To κρασί στην Αρχαία Ελλάδα

Κείμενο: Θεανώ Γαρμπή

Ο Όμηρος ισχυριζόταν ότι “η μέθη από το κρασί είναι ισοδύναμη με την τρέλα, καθώς και μια επικίνδυνη ηδονή..”

Η λέξη “οίνος” οφείλει το όνομά του στον βασιλιά της Αιτωλίας, τον Οινέα.

Η λέξη “κρασί” προέρχεται από τη λέξη “καράννυμι”, που σημαίνει αναμιγνύω (η μίξη νερού και κρασιού).

Ο Πλάτωνας έλεγε ότι το κρασί το λένε οίνο, από τη λέξη οινόους που σημαίνει “γέμισμα του μυαλού με οίηση”, δηλαδή με φαντασία, ενώ ο Σοφοκλής έλεγε ότι “το κρασί είναι το φάρμακο κατά της δυστυχίας”.

Αποτελούσε μια από τις βασικές “τροφές” τους, αφού ήταν μέρος του πρωινού, αλλά και των υπολοίπων γευμάτων. Ήταν βασικό στοιχείο της καθημερινότητάς των αρχαίων.

Υπήρχε άφθονο στα τραπέζια τόσο των πλουσίων, όσο και των φτωχών, γιατί ήταν φθηνό.

Το έπιναν νερωμένο και ανάλογα με την ώρα της ημέρας έβαζαν την ανάλογη ποσότητα νερού. Ανακάτευαν ένα μέρος κρασιού με τρία μέρη νερού. Αυτή θεωρούνταν η τέλεια δοσολογία.

%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9-2

Το νερό που νέρωναν το κρασί τους ήταν ανάλογα με την εποχή, ή χλιαρό ή κρύο. Θα μπορούσε να είναι και θαλασσινό.

Το παγωμένο κρασί ήταν μια πολυτέλεια. Τα καλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν τους ειδικούς κάδους (ψυκτήρες) όπου έβαζαν μέσα και χιόνι για να παγώσει το κρασί ή το νερό.

Ο Σόλωνας απαγόρευε κατά τη διάρκεια των συμποσίων την πόση ανέρωτου κρασιού, ενώ κατά τον Πλάτωνα, στη δεύτερη φάση ενός συμποσίου όπου σερβίρονταν τα γλυκά, το κρασί το έπιναν ανέρωτο.

Το νερωμένο κρασί ονομαζόταν “κεκραμμένος οίνος”. Για να νερώσουν το κρασί τους χρησιμοποιούσαν τον “κρατήρα”, ένα μεγάλου μεγέθους αγγείο, φτιαγμένο από πέτρα ή χαλκό. Είχε μεγάλο στόμιο, τα χείλη του προ εξείχαν και οι λαβές του έβγαιναν από το κάτω μέρος της κοιλιάς.

%ce%b7-%ce%bf%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%87%cf%8c%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b4%ce%b9%cf%80%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85
Η οινοχόη του Διπύλου διακοσμημένη με γεωμετρικά θέματα βρέθηκε το 1871 στο Δίπυλο του Κεραμεικού (Αθήνα). Αποτελεί το αρχαιότερο, ως τώρα, γνωστό δείγμα αλφαβητικής γραφής στον ελληνικό κόσμο (740 π.Χ.)

Η “κυάθος” ήταν ένα μικρό σε μέγεθος αγγείο με το οποίο μετέφεραν το κρασί. Από την κυάθο έβαζαν το κρασί στην “οινοχόη” ή στον “στάμνο”, ένα πήλινο δοχείο, ή στις “φιάλες”, που ήταν επίσης από πηλό και στο εξωτερικό τους είχαν επιγραφές και διακοσμήσεις.

H Οινοχόη ήταν ένα αγγείο για την έκχυση του κρασιού. Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη από το οίνος και το χέω.

Για να μοιράζεται δίκαια το κρασί, είχαν τους “οινόπτας” που γέμιζαν τα ποτήρια με την ίδια φορά των δεικτών του ρολογιού.

Για να το πίνουν, υπήρχε η “κύλιξ”, ένα στρογγυλό ποτήρι με μεγάλη διάμετρο και μικρό βάθος.

Το έπιναν και στον “κάνθαρο”, που μοιάζει με τα δικά μας φλιτζάνια του τσαγιού.

Λόγω του ότι το κρασί κατείχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην καθημερινότητα τους, δεν χρησιμοποιούσαν μια απλή κανάτα ή ένα αντίστοιχο ποτήρι για να το απολαμβάνουν σε κάθε τους γεύμα, αλλά πολλά περισσότερα.

Διέθεταν δεκάδες αγγεία, τα οποία μαρτυρούν ακόμα και την κοινωνική κατάσταση όσων τη χρησιμοποιούσαν. Για παράδειγμα, τα αγγεία των φτωχών ήταν συνήθως από πηλό ή πέτρα, ενώ των πλουσίων από ασήμι ή από χρυσό.

Στους “αμφορείς” αποθήκευαν τα κρασιά τους. Οι αμφορείς μπορεί να ήταν από ορείχαλκο ή χαλκό. Στο εξωτερικό τους ήταν διακοσμημένοι με διάφορες παραστάσεις από την καθημερινή ζωή των αρχαίων ή ακόμα και με γεωμετρικά σχήματα. Ο πυθμένας τους ήταν μυτερός για να βυθίζεται στο χώμα και να στέκονται όρθιοι.

Στα περίφημα συμπόσια προτιμούσαν για κρασί το “φλιάσιο οίνο”, το σημερινό “αγιωργίτικο”, ένα περιζήτητο κρασί που συνόδευε τα πλούσια συμπόσια.

Η αντοχή στο κρασί εθεωρείτο μια από τις αρετές κάποιου, με δεδομένο ότι ήξερε να ελέγχει τη μέθη του.

Οι αρχαίοι συχνά έβαζαν μέσα στο κρασί τους διάφορα αρώματα, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, δεντρολίβανο, μυρτιά, ακόμη και μέλι, αλλά ποτέ ρετσίνα. Ένα τέτοιο αρωματισμένο κρασί ονομαζόταν “Τρίμα”.

Τα γνωστότερα είδη κρασιού στην Αρχαία Ελλάδα ήταν τέσσερα. Το άσπρο, το μαύρο, το κιτρινωπό και το κόκκινο. Το άσπρο κρασί ήταν πιο ελαφρύ, χωνευτικό και διουρητικό. Το κιτρινωπό είχε πιο ξινή γεύση, ενώ το μαύρο και το κόκκινο, που συνήθως είχαν γλυκιά γεύση, ήταν τα πιο περιζήτητα. Φυσικά, τα παλιά κρασιά τα θεωρούσαν και τα καλύτερα, όπως και σήμερα.

Πριν από το δείπνο, οι αρχαίοι ανακάτευαν το κρασί με το νερό σε ένα μεγάλο αγγείο, τον κρατήρα. Οι δούλοι έπαιρναν το κρασί από τον κρατήρα με μακριές κουτάλες πήλινες, ξύλινες ή μεταλλικές, ή με μια κανάτα και γέμιζαν τα κύπελλα των καλεσμένων.

Καλό κρασί έφτιαχναν οι Χιώτες, τον “αριούσιο οίνο”, και ήταν από τα ακριβότερα στο εμπόριο με μεγάλη φήμη. Καλό κρασί έφτιαχναν και οι Κερκυραίοι.

%ce%bf-%ce%b8%ce%b5%cf%8c%cf%82-%ce%b4%ce%b9%cf%8c%ce%bd%cf%85%cf%83%ce%bf%cf%82-%ce%bf-%cf%80%ce%b9%ce%bf-%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%ce%b7%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%b8%ce%b5%cf%8c%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd
Ο θεός Διόνυσος, ήταν ο πιο αγαπητός θεός των αρχαίων Ελλήνων.

Για τα κρασιά της Λευκάδας και της Κεφαλλονιάς, έλεγαν ότι χτυπούσαν κατακέφαλα, ενώ το κρασί της Λέσβου το θεωρούσαν πολύ καλό, επίσης. Οι Μυτιλιναίοι τους έδιναν γλυκιά γεύση και τα ονόμαζαν πρόδρομα (πρώιμα) και πρότροπα (από απάτητα σταφύλια).

Σε σπουδαία ζήτηση ήταν το κρασί της Ικαρίας που λεγόταν “πράμνιο” και ήταν στυφό και άγριο, με εξαιρετική μυρωδιά.

Πασίγνωστα ήταν και τα κρασιά της Μένδης (Πόλη της δυτικής ακτής χερσονήσου Παλλήνης), όπου ράντιζαν τα σταφύλια πάνω στα κλήματα με χυμό από άγρια αγγούρια για να βγει μαλακό το κρασί.

Εκτός Ελλάδας ξεχώριζαν το κρασί της Δαμασκού, με κύριο προμηθευτή τη βασιλική αυλή της Περσίας, καθώς και τα Φοινικικά κρασιά.

Το πρώτο αμπέλι λέγεται ότι καλλιεργήθηκε το 3.000 π.Χ.

Έφτιαχναν το κρασί με διαφορετικούς τρόπους από τους σημερινούς. Τα σταφύλια τα έβαζαν σε μέρος που να τα βλέπει καλά ο ήλιος, για να φεύγει το νερό από μέσα τους. Ύστερα τα πατούσαν και άφηναν το μούστο να βράσει 5 μέρες μέσα σε ένα μεγάλο πιθάρι, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος. Κατόπιν μάζευαν το γλυκό υγρό από τον αφρό και αποθήκευαν το μούστο σε πιθάρια που πολλές φορές τα έβαζαν μέσα στη γη. Τα σκέπαζαν και περίμεναν να μπει για καλά ο χειμώνας για να τα ανοίξουν. Αν είχαν την υπομονή και περίμεναν μέχρι την άνοιξη, το κρασί ψηνόταν καλύτερα.

arxaion-deipno
Ληνοί, τα αρχαιότερα ποτήρια που σώζονται – Βαθύπετρο Κρήτης (Από το βιβλίο Αρχαίων Δείπνον)

Ο κάθε τόπος στην Αρχαία Ελλάδα είχε τον δικό του τρόπο παρασκευής κρασιού. Για να διατηρήσουν όμως το μούστο, όλοι έριχναν μέσα και νερό αλατισμένο, όπως και διάφορα αρώματα. Πολλές φορές έψηναν τον μούστο σε σιγανή φωτιά.

Η μεγάλη ποικιλία κρασιών οδήγησε πρώτα τους Έλληνες και στη συνέχεια τους Ρωμαίους να ιδρύσουν τα “εμπορεία”, όπου μπορούσε κανείς να ανταλλάξει σκλάβους με τα καλύτερα κρασιά.

Όσα κρασιά ήταν να περάσουν στο εμπόριο φυλάγονταν μέσα σε μεγάλα και κατάλληλα πιθάρια, ενώ τα σπιτικά κρασιά ή όσα πήγαιναν στην κοντινή αγορά τα έβαζαν σε ασκούς από χοιρινά ή κατσικίσια δέρματα. Τα πιθάρια είχαν πάνω τους και μια ειδική σφραγίδα με το όνομα του εμπόρου, καθώς και των τοπικών αρχόντων της περιοχής.

Η εισαγωγή και η εξαγωγή των κρασιών ήταν κανονισμένες, κυρίως στο νησί της Θάσου, με ειδικούς νόμους που τιμωρούσαν απάτες και νοθείες, εξασφαλίζοντας έτσι μια προστατευτική κάλυψη.



 

[Total: 2    Average: 5/5]