Το Λαϊκό Τραγούδι κατακτά την Ελλάδα…

(Αρχική φωτογραφία: Βασίλης Τσιτσάνης – Μαρίκα Νίνου)

Από το ρεμπέτικο στο αρχοντορεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι

Στις αρχές του 19ου αιώνα γιγαντώνονται οι μετακινήσεις πληθυσμών προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Τα φτωχά και κατώτερα στρώματα, διατηρώντας και εξελίσσοντας τη δική τους προφορική κουλτούρα, δημιουργούν τους δικούς τους τρόπους έκφρασης, ιδεολογίας και επιβίωσης στα Μητροπολιτικά κέντρα, όπου αναπτύσσεται και διαμορφώνεται το ρεμπέτικο τραγούδι. Η καταστροφή της Σμύρνης το 1922, φέρνει στην Ελλάδα πρόσφυγες οι οποίοι κουβαλούν μαζί τους, τον κοσμοπολίτικο αέρα της Σμύρνης και της δυτικής Μικράς Ασίας και ένα μουσικό ιδίωμα πιο αναπτυγμένο και περισσότερο εκλεπτυσμένο… το σμυρνέικο τραγούδι. Στο τελείωμα της δεκαετίας του ’30 -με κομβικό σημείο τη μεταξική λογοκρισία-, τα τραγούδια πλέον έχουν βαθιές ρεμπέτικες ρίζες που συνδυάζονται όμως, με μια πολυφωνική διάσταση, ενώ περικλείουν και διαφορετική κοινωνική θεματολογία, και ρίχνουν τα θεμέλια για τη δημιουργία του κλασικού λαϊκού τραγουδιού….

Του Αντρέα Καρακούση

Μετά το 1913, λόγω της έκβασης των βαλκανικών πολέμων, η Ελλάδα διπλασιάστηκε. Η Μακεδονία, η Ήπειρος, τα νησιά του Αιγαίου μα και η Δυτική Θράκη, ήταν όλες πια ελληνικές περιοχές. Και βέβαια στην επικράτεια προστέθηκε και η πόλη της Θεσσαλονίκης.

Τώρα, ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός έφτασε τους 4.718.221 κατοίκους και φυσικά τα αστικά κέντρα, τα παλιά αλλά και τα νέα – όπως η Θεσσαλονίκη – που προστέθηκαν, αναπτύσσονται ραγδαία.

Οι εξελίξεις αυτές, δηλαδή η ανάπτυξη των πόλεων, αλλά και η οδυνηρή Μικρασιατική καταστροφή – που συνέβη το 1922 – θα είναι οι δύο βασικοί λόγοι που θα δώσουν τεράστια ώθηση ώστε να εδραιωθεί το Ρεμπέτικο τραγούδι.

Η ήττα των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων – που προχώρησαν ως την Άγκυρα και που τελικώς αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν διότι δεν υποστηρίχτηκαν από τους Ευρωπαίους συμμάχους – και η καταστροφή της Σμύρνης (στην οποία συγκεντρώθηκαν όπως όπως πληθυσμοί Ελλήνων που εγκατέλειπαν τα τουρκικά χωριά για να σωθούν από τα αντίποινα των Τούρκων)… είχαν ως τραγικό αποτέλεσμα των ξεριζωμό όσων ψυχών δεν σκοτώθηκαν και δεν αφέθηκαν να πνιγούν από τους συμμάχους που τους έκοβαν τα χέρια όταν προσπαθούσαν να ανέβουν στα καράβια..

Ως αποτέλεσμα δε των τραγικών εξελίξεων για τον ελληνισμό, ήρθε και η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.. – Οι Έλληνες ορθόδοξοι υποχρεούνταν να εγκαταλείψουν την Τουρκία και να έρθουν στην Ελλάδα.

1.500.000 ψυχές ξεριζώθηκαν! Άφησαν τα εδάφη (τα παράλια και το εσωτερικό της Μ. Ασίας αλλά και την ανατολική Θράκη) στα οποία οι πρόγονοί τους υπήρχαν περισσότερο από 3.000 χρόνια και βρέθηκαν στην Ελλάδα χωρίς κατοικία και εργασία! Το αποτέλεσμα μάλιστα ήταν να προκληθεί μια οξύτατη οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα της εποχής!
Διότι, οι περισσότεροι συσσωρεύτηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης καθώς τους ενδιέφερε να εργαστούν. Έτσι, μόνο στις πόλεις που είχαν έστω και χαμηλού επιπέδου βιομηχανικές μονάδες θα μπορούσαν να έχουν κάποιο μέλλον, έστω και δύσκολο…

Η καθημερινότητα; Τραγική, ασφυκτική! Έστησαν πρόχειρες παράγκες και βίωναν την απόλυτη μα και καθημερινή ανασφάλεια! Ποιοι; Αυτοί που είχαν ζήσει με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο! Πολύ καλύτερο, πολύ πιο κοσμοπολίτικο, πολύ λιγότερο συντηρητικό, πολύ πιο χαρούμενο και πλούσιο από αυτόν της κυρίως Ελλάδας.

Η μουσική τους μάλιστα – πολύ βασική για τη διασκέδασή τους – είχε ακριβώς τις ίδιες ρίζες με αυτές του Ρεμπέτικου – Με τη διαφορά όμως ότι η μουσική αυτή απευθυνόταν όχι στα κατώτερα οικονομικά και περιθωριακά στρώματα των ελληνικών πόλεων αλλά σε έναν κόσμο που μόνο στο περιθώριο δεν ήταν οικονομικά και κοινωνικά…

Τελικά, δεδομένης της καταστροφής και του ξεριζωμού, η ανάμειξη των δύο πληθυσμών, παρά τις αντιθέσεις των γηγενών με τους πρόσφυγες, έφερε την πολιτιστική ανταλλαγή. Και η πολιτιστική ανταλλαγή, πρώτα απ’ όλα, αφορούσε στο τραγούδι: Το Σμυρνέικο και το Ρεμπέτικο αναμείχθηκαν!

Δύο εντελώς διαφορετικές αισθητικές, δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, τρόποι ζωής, δύο ριζικά διαφορετικές κουλτούρες αναμείχθηκαν! Οι πρόσφυγες άλλωστε – έστω και αν είχαν διαφορετική κοινωνική προέλευση από τους μάγκες – τώρα βρίσκονταν σε εξαιρετικά δεινή θέση! Και είτε ήθελαν είτε όχι.. ανήκαν στα στρώματα εκείνα της κοινωνίας, που τα είχαν χάσει όλα!

Στα διάφορα μαγαζιά – που άνοιγαν για να πηγαίνουν οι πρόσφυγες να ακούνε τη μουσική τους και να θυμούνται τις αλησμόνητες πατρίδες τους – … πήγαινε και λαϊκός κόσμος που κατοικούσε στις ίδιες περιοχές και έτσι η ανάμειξη ήταν αναπόφευκτη. Και το είπαμε! Τη βοήθησε το γεγονός ότι οι δύο μουσικές εκφράσεις στηρίζονταν ακριβώς στις ίδιες μουσικογεωγραφικές ρίζες.

Παναγιώτης Τούντας. Είναι ο διασημότερος συνθέτης της Σμυρναϊκής Σχολής και ανήκει στην ομάδα των Μικρασιατών μουσικών που μετά την καταστροφή του 1922, διαμόρφωσαν το ρεμπέτικο τραγούδι στην Ελλάδα.

Τελικά, το Ρεμπέτικο άρχισε να εκφράζει και τους αποκλεισμένους και περιθωριοποιημένους πρόσφυγες αλλά και τους μη ισχυρούς και επίσης αποκλεισμένους – κοινωνικά και οικονομικά – γηγενείς! Διότι, σε σημαντικό βαθμό έγινε κάποια κοινωνική ανάμειξη των δύο πληθυσμών.

Ανάμειξη που οδήγησε όμως σε σημαντική υφολογική αλλαγή της τότε μουσικής. Τώρα, η ρεμπέτικη μουσική δε προοριζόταν για να εκφράσει μόνο τους μάγκες του περιθωρίου, αλλά και τα εργαζόμενα στρώματα των πόλεων που πάλευαν να ξεκολλήσουν από τη λάσπη και να καλυτερέψουν έστω και λίγο τη δύσκολη ζωή τους.

Να λοιπόν η προσφορά των προσφύγων στον γηγενή ελληνικό πολιτισμό. Αναδιαμόρφωσαν το ρεμπέτικο ύφος. Και καλλιτεχνικά – μέσα από υφολογικές επιδράσεις – μα και κοινωνικά και ιδεολογικά επίσης. Σιγά σιγά, το λαϊκό τραγούδι της πόλης.. άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια. Το Καφέ-αμάν και ο τεκές.. άρχισε να αντικαθίσταται από το πάλκο στις ταβέρνες και στα κρασοπουλιά..

Ρόζα Εσκενάζυ: Οι δύο πρώτες ηχογραφήσεις της, το «Μαντίλι Καλαματιανό» και το «Κόφτηνε Ελένη την Ελιά» (περίπου το 1928) σηματοδότησαν την απαρχή μιας μεγάλης πορείας στη δισκογραφία, η οποία θα συνεχιζόταν σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι τη δεκαετία του 1960. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η Ρόζα είχε ηχογραφήσει σχεδόν 300 τραγούδια, ενώ είχε γίνει πια μια από τις δημοφιλέστερες σταρ της λαϊκής μουσικής.

Και συγχρόνως, γίνονται και οι πρώτες εγγραφές μουσικών δίσκων σε ελληνικό έδαφος. Σε ανοργάνωτα στούντιο (στα οποία έρχονταν τεχνικοί από την Αγγλία) εκ των οποίων το ένα από αυτά ήταν ένα μεγάλο ξενοδοχείο της εποχής.. Τα δε τεχνικά μέσα δεν ήταν ακόμα υψηλού επιπέδου και αυτό επηρέαζε φυσικά πάρα πολύ και το μουσικό αποτέλεσμα.
Όσο όμως και αν η έλλειψη σημαντικής τεχνολογίας έριχνε την ποιότητα, τόσο η ομορφιά των τραγουδιών δημιουργούσε νέα, αισιόδοξα, χαρούμενα ακούσματα που πλούτιζαν με έναν καταπληκτικό μελωδικό πλούτο την ελληνική μουσική παράδοση..

Οι βασικοί δημιουργοί των τραγουδιών ήταν πια οι πρόσφυγες οργανοπαίκτες και μουσικοί. Αλλά επίσης κάποια κομμάτια που ηχογραφήθηκαν προέρχονταν κατευθείαν από τη Μικρά Ασία, είχαν δηλαδή γραφτεί αρκετά χρόνια πριν.

Τότε είναι μάλιστα που αρχίζουν να γίνονται επώνυμοι οι δημιουργοί των τραγουδιών.. – Διότι, όπως είπαμε στο δεύτερο μέρος για το Ρεμπέτικο, οι δημιουργοί του Ρεμπέτικου πριν το 1922 ήταν παντελώς ανώνυμοι.
Ποιοι ήταν όμως οι αναγνωρισμένοι και οι επιτυχημένοι δημιουργοί εκείνης της εποχής; Πολλοί και ευφυέστατοι! Ο Τούντας, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Σκαρβέλης, ο Ρούκουνας, ο Πωλ Ειργίδης, ο Μαρίνος, ο Καρύπης, ο Λορέτζος, ο Δραγάτσης, ο Σέμσης ή Σαλονικιός, ο Νούρος, ο Αραπάκης, ο Ογδοντάκης, ο Νούρος κλπ… – Από τις δε γυναίκες.. οι πιο αγαπητές ήταν η Ρόζα Εσκενάζυ, η Ρίτα Αμπατζή και η Μαρίκα η πολίτισσα ή Παπαγκίκα…

Αυτό όμως που δεν είπαμε και είναι από τα εντυπωσιακότερα πράγματα που ειπώθηκαν σε αυτά τα κείμενα για το Σμυρνέικο, Ρεμπέτικο και Λαϊκό Τραγούδι είναι το ακόλουθο: Ως την εποχή που αναφέρουμε – και συγκεκριμένα ως το 1933 – … στις ηχογραφήσεις δεν υπήρχε το Μπουζούκι!

Και το πιο περίεργο και παράξενο είναι ότι το βασικό όργανο της λαϊκής μουσικής ακούστηκε στην Ελλάδα μέσω Αμερικής! Πως όμως; Από έναν δίσκο που περιείχε τραγούδια των πόλεων και ο οποίος έφτασε κάποια στιγμή από τις ΗΠΑ.
Ο δίσκος ήταν μεγάλη εμπορική επιτυχία και όσοι δραστηριοποιούνταν στις ηχογραφήσεις εντός Ελλάδος προσπάθησαν να καταλάβουν το γιατί – Ο λόγος ήταν απλός! Ο γλυκός και όμορφος – μα και αυτονόητος για τα αυτιά μας σήμερα – ήχος του αγαπημένου ελληνικού οργάνου… είχε «εισβάλλει» μέσω ΗΠΑ στην Ελλάδα και κατακτούσε τα πάντα! Ο ήχος του Μπουζουκιού άλλαζε μια για πάντα τον ήχο του λαϊκού τραγουδιού.

Μάρκος Βαμβακάρης. Θεωρείται ο «Πατριάρχης» του ρεμπέτικου, καθώς έκανε γνωστό το είδος λόγω της μεγάλης επιτυχίας που είχαν τα δισκογραφημένα τραγούδια του. Καθιέρωσε την ορχήστρα με μπουζούκια και μπαγλαμάδες, η οποία παραμέρισε την προηγούμενη λαϊκή ορχήστρα των σαντουροβιολιών.
Το 1933, ο Μάρκος φωνογράφησε το πρώτο εμπορικά επιτυχημένο τραγούδι με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» (ή «Έπρεπε να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου»).

Και αυτή την τάση δεν θα την άφηναν φυσικά ανεκμετάλλευτη οι εταιρείες.. – Η Columbia συγκεκριμένα έψαξε στους τεκέδες για να βρει έναν μουσικό που να παίζει καλά μπουζούκι. Τότε, ανακάλυψε τον Μάρκο! Τον Μάρκο τον Βαμβακάρη που όχι μόνο έπαιζε αλλά και έγραφε τραγούδια.. – Ο Μάρκος ηχογράφησε τον πρώτο δίσκο με Μπουζούκι στην Ελλάδα!

Οι ηχογραφήσεις συνεχίστηκαν φυσικά και μέσα στα επόμενα χρόνια και το λαϊκό τραγούδι των αστικών κέντρων όλο και έβγαινε από το περιθώριο για να αγγίξει και να συγκινήσει τελικά όλες τις λαϊκές συνοικίες. – Από τον Πειραιά, την Πάτρα και το Βόλο μέχρι την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη.

Οι εμφανίσεις μάλιστα του Μάρκου Βαμβακάρη στις διάφορες ταβέρνες με την κομπανία του που την αποτελούσαν επίσης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γιώργος Μπάτης και ο Ανέστης Δελιάς. – η λεγόμενη «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» – έκαναν θραύση και ο κόσμος λάτρευε πια το Ρεμπέτικο τραγούδι.

Σωτηρία Μπέλλου. Ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της είναι τα «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Τα Καβουράκια» και «Όταν πίνεις στην ταβέρνα» του Βασίλη Τσιτσάνη, με τις οποίες καθιερώθηκε ως κορυφαία λαϊκή τραγουδίστρια. Πέραν του Τσιτσάνη συνεργάστηκε και με πολλούς άλλους κορυφαίους συνθέτες, όπως με τον Γιάννη Παπαϊωάννου («Άνοιξε, άνοιξε») και τον Απόστολο Καλδάρα («Είπα να σβήσω τα παλιά»).

Στα καφέ – Αμάν παιζόταν το Σμυρνέικο και στις ταβέρνες των πόλεων παιζόταν το Ρεμπέτικο. Και οι ορχήστρες των κέντρων αποτελούνταν από δύο ή τρία Μπουζούκια, από μπαγλαμά, από λαϊκή κιθάρα και από ακορντεόν, ενώ για το Σμυρνέικο – στα καφέ αμάν – χρησιμοποιούνταν άλλα όργανα: Το σαντούρι, τα βιολιά, το ούτι, το κανονάκι, το ντέφι και το τουμπελέκι..
Αλλά λίγο λίγο το Ρεμπέτικο άρχισε να διεισδύει και στα Καφέ – Αμάν.. – Όπως και το Σμυρνέικο στις ταβέρνες του Ρεμπέτικου.. – Και τότε άρχισαν και γυναίκες να τραγουδούν ρεμπέτικα τραγούδια μια και ως τότε τραγουδούσαν μόνο Σμυρνέικα.
Και μάλιστα η δυνατότητα να τραγουδούν και γυναίκες Ρεμπέτικα, επέτρεψε να χρησιμοποιηθούν και κάποιοι ρυθμοί που δεν είχαν τη δωρικότητα του Ζεϊμπέκικου ή του χασάπικου.. όπως ήταν ο καρσιλαμάς (μικρασιαστικής και κωνσταντινοπολίτικης καταγωγής). Ρυθμός που έδωσε πιο χαρούμενα τραγούδια.

Την δε εποχή αυτή – 1930 έως 1940 – μεσουρανούν στο Ρεμπέτικο τα ακόλουθα ονόματα: Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Ανέστης Δελιάς, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γιώργος Μπάτης, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Γιάννης Παπαιωάννου, ο Μιχάλης Γενίτσαρης, ο Γιοβάν Τσαούς, ο Κερομίτης, ο Μάθεσης, ο Σκλιβάνος κ.λπ.

Και από γυναίκες η Μεγάλη Σωτηρία Μπέλλου αλλά και οι πολύ σημαντικές τραγουδίστριες Ιωάννα Γεωργακοπούλου, Σεβάς Χανούμ και Στέλλα Χασκήλ.

Στέλλα Χασκήλ. Πραγματικό όνομα: Στέλα Γεχασκέλ. Ερμήνευσε περισσότερα από 100 τραγούδια, ενώ έγραψε στίχους και μουσική σε 20. Η φωνή της ήταν κοφτή, λιτή, στις μέσω χαμηλές νότες. Αν και συνεργάστηκε με τους περισσότερους σύγχρονούς της δημιουργούς, χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία της στα τραγούδια της κατοχής του Βασίλη Τσιτσάνη. Υπήρξε η τραγουδίστρια που ερμήνευσε σε πρώτη εκτέλεση πολλά κλασικά τραγούδια όπως το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Ακρογιαλιές – Δειλινά», «Για τα μάτια π’ αγαπώ», «Μπιρ-Αλλάχ», «Πάλιωσε το σακάκι μου».

Όλα λοιπόν πήγαιναν καλά για το νέο είδος μουσικής! Μέχρι την εποχή που επιβλήθηκε η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά! Το καθεστώς – το 1936 – τα έβαλε και με το Ρεμπέτικο! Οι τεκέδες κλείσανε, γίνονταν διώξεις σε όποιον διακινούσε χασίσι και κυνηγήθηκαν ακόμα και οι μουσικοί!
Η φωνή του Ρεμπέτικου σίγησε! Ο Μάρκος έκλεισε την ταβέρνα του και η λογοκρισία του καθεστώτος δεν επέτρεπε να ηχογραφούνται τα κομμάτια που μιλούσαν για ουσίες, για φυλακές κ.λπ.

Τότε, οι μουσικοί, έφυγαν από την Αθήνα και τον Πειραιά και πήγαν στην επαρχία αλλά και στη Θεσσαλονίκη που τα πράγματα ήταν πιο ήρεμα. Και οι κομπανίες έκαναν και τουρνέ ανά την Ελλάδα διαδίδοντας το νέο είδος και προσπαθώντας να επιβιώσουν.

Και εδώ είναι ώρα να μεταφέρω και μια προσωπική μαρτυρία συγγενικού μου προσώπου. Ήταν τόσο αναπάντεχο και αναγκαίο το λαϊκό άκουσμα αυτής της μουσικής, που ακόμα και σε ένα χωριό της Πελοποννήσου – που φυσικά οι κάτοικοί του είχαν μεγαλώσει με το Δημοτικό τραγούδι – τον καφετζή της πλατείας τον φώναζαν «Τσιτσάνη» και όχι με το πραγματικό του επίθετο! Για να καταλάβουμε πόσο βαθιά εισχώρησε η μουσική αυτή ακόμα και στα επαρχιακά μέρη.

Η λογοκρισία όμως του μεταξικού καθεστώτος από μια πλευρά ευνόησε φοβερά το Ρεμπέτικο! Διότι, απαγορεύοντας την επίμαχη θεματολογία που παραπάνω αναφέραμε το προέτρεψε να ασχοληθεί με θέματα που άγγιζαν την ουσία της ζωής του κοινού του! Έτσι, από εδώ και στο εξής, τα Ρεμπέτικα θα μιλούν για την αγάπη, για την ερωτική ζήλεια, για την ξενιτιά, για τη φτώχεια, για τη ζωή στις λαϊκές γειτονίες, για τις ταβέρνες και τη διασκέδαση κ.λπ. – Τώρα, το λαϊκό τραγούδι, στη θεματολογία του, έγινε πραγματικά λαϊκό!

Αλλά, λίγα χρόνια μετά από αυτές τις περιπέτειες, θα ξεσπάσει νέα μπόρα πάνω στο ελληνικό τραγούδι! Όταν θα μπουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα και στην Αθήνα, σταδιακά τα κέντρα της εποχής θα βάλουν λουκέτο! Και μόνο λίγα θα παραμείνουν ανοιχτά! Και επειδή υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 11 το βραδυ, οι μουσικοί αναγκάζονταν να μαζέψουν τότε τα όργανά τους και να αφήσουν το πάλκο. Αλλά και πολλοί Ρεμπέτες χάθηκαν από τις κακουχίες της γερμανικής κατοχής όπως και πολύς άλλος κόσμος βέβαια!
Κατά την περίοδο όμως της Κατοχής, έχουμε και μια άλλη πολύ σημαντική εξέλιξη, καλλιτεχνική αυτή τη φορά – Επιχειρείται να αλλάξει υφολογικά αλλά και αισθητικά το Ρεμπέτικο της δεκαετίας 1930 – 40.

Βασίλης Τσιτσάνης – Στράτος Παγιουμτζής. Τραγουδούν το «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά, σκοτώσανε τον Σακαφλιά». Το τραγούδι αυτό αποτελεί ένα από τα κλασσικά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, το οποίο ηχογραφήθηκε το 1939.

Και αυτό διότι υπήρξε κάποιος λογικός κορεσμός από την επανάληψη των κατά τα άλλα καταπληκτικών και απόλυτα εμπνευσμένων ακουσμάτων. Φορέας της αλλαγής θα είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης («Βλάχος») που θα καθορίσει συνθετικά τη νέα περίοδο και θα γίνει τρομερά δημοφιλής στο ελληνικό κοινό.

Εντωμεταξύ, μετά την απελευθέρωση θα ξαναρχίσουν οι ηχογραφήσεις τραγουδιών. Αλλά τώρα ο Μάρκος, που υφολογικά εκπροσωπεί και καθορίζει με τη μεγαλοφυΐα του τη δεκαετία του 1930-1940, δε θα διευκολυνθεί από τη νέα τάση! Ο τρόπος έκφρασης είχε αλλάξει μεταπολεμικά και ο κόσμος ακολουθούσε την «Τσιτσάνεια σχολή» περισσότερο.

Σε βαθμό που ο Μεγάλος Μάρκος Βαμβακάρης, ο επονομαζόμενος «Φράγκος», έπαιζε και τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη στα τουρνέ που έκανε στην επαρχία για να μπορέσει να επιβιώσει ενώ δυσκολευόταν ακόμα και να βρει κέντρα για να δουλέψει!

Ήταν απλά μια άλλη εποχή… – Και είναι βέβαιο ότι όλα αλλάζουν αλλά φυσικά ο Βαμβακάρης είναι 100% διαχρονικός και αυτό είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στην Τέχνη. Η χαρά που σκορπά στους ανθρώπους που την κοινωνούν και η διαχρονικότητά της!

Όσο όμως και αν η υφολογία, η αισθητική και η θεματολογία του Ρεμπέτικου άλλαζαν, πάντα υπήρχαν μεγάλες ιστορικές περιπέτειες που στιγμάτιζαν φοβερά έντονα τα πράγματα και δεν άφηναν κανένα περιθώριο για εφησυχασμό. Μια τέτοια περιπέτεια για τη χώρα ήταν και ο Εμφύλιος πόλεμος και αυτή τη φορά, το τραγούδι της εποχής, εξέφρασε έμμεσα τις μεγάλες δυσκολίες και τα δραματικά γεγονότα. Βλέπουμε δηλαδή ότι πλέον, δεν επηρέαζαν την εξέλιξη του ρεμπέτικου μόνο τα κοινωνικά στρώματα αλλά και η εκάστοτε ιστορική εποχή.

Το σίγουρο είναι πως μόνο για μάγκες και για φυλακίσεις των ανθρώπων του περιθωρίου δεν έγραφαν πια οι τραγουδοποιοί και δεν έγραφαν οι στιχουργοί! Αλλά ούτε και μόνο για τον έρωτα, τη φτώχεια και την ξενιτιά! Μα μιλούσαν και για τα δύσκολα γεγονότα που σαν οδοστρωτήρας περνούσαν πάνω από τον κόσμο και τον έκαναν να βιώνει απόλυτα δύσκολες στιγμές.

Μανώλης Χιώτης. Από τους σημαντικότερους του λαϊκού τραγουδιού, και σπουδαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού. Έφερε επανάσταση στην ελληνική μουσική και στο λαϊκό τραγούδι γενικότερα επινοώντας την τετράχορδη παραλλαγή του μπουζουκιού, αλλά και δημιουργώντας το πρώτο «κοσμικό κέντρο».

Τη δε δεκαετία του 1950 – που είναι μια εποχή όπου αρχίζει κάποια μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη και τα διάφορα κοινωνικά στρώματα προσπαθούν να οικοδομήσουν το αύριο – παράλληλα με τον Μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη – που μεσουρανεί με την έξοχη Μαρίκα Νίνου – εμφανίζεται και ο Μανώλης Χιώτης… ο φοβερός αυτός σολίστας του τετράχορδου Μπουζουκιού που είχε διαβολικό ταλέντο. – Και όχι μόνο! Παράλληλα, καταπληκτικά τραγούδια γράφουν και ο Γιώργος Μητσάκης αλλά και ο Απόστολος Καλδάρας.

Ο Μανώλης Χιώτης – και το ύφος του – διαφέρει ριζικά από τον Τσιτσάνη. Και μάλιστα δεν αναφέρεται εδώ για να γίνει κάποια σύγκριση με τον Βασίλη Τσιτσάνη αλλά για να ειπωθεί ότι η μουσική του περιείχε καινούριους φανταχτερούς ρυθμούς… ρυθμούς που ταίριαζαν στη νέα εποχή που ανέτειλε στη χώρα, μια εποχή αισιόδοξη για τους Έλληνες…

Τώρα μάλιστα το Μπουζούκι γίνεται ηλεκτρικό για να ακούγεται πολύ καλά στις μεγάλες αίθουσες και έτσι αλλάζει πάρα πολύ ο ήχος του. Αλλά επίσης ο Χιώτης είναι που το κάνει τετράχορδο ώστε να μπορεί αυτό το όργανο να ακολουθεί πιο πολύ τη λογική της κιθαριστικής τεχνικής και να είναι πια απόλυτα δεξιοτεχνικό! Όχι πως πριν δεν ήταν.. αλλά τώρα στα χέρια του Χιώτη, το Μπουζούκι τρέχει σε ένα ξέφρενο ράλι ταχύτητας!

Είναι η εποχή του αρχοντορεμπέτικου! Η λαϊκή ορχήστρα μάλιστα αλλάζει και τώρα περιέχει ακόμα και ηλεκτρικό αρμόνιο που δίνει πολλούς νέους ήχους η ακόμα και ντραμς! Είναι φανερό ότι όλες αυτές οι αλλαγές έγιναν για να προσαρμοστεί το τραγούδι στην κοινωνική διαφοροποίηση που είχε προχωρήσει: Ο Νεοπλουτισμός βάθαινε! Το Μπουζούκι δεν μπορούσε να μείνει πίσω. Ούτε και οι συνθέτες επιθυμούσαν να πάνε στο κοινωνικό και επαγγελματικό περιθώριο.

Και βέβαια, παρότι άλλαξαν τα κοινωνικά δεδομένα, αυτό δε σημαίνει ότι και σε αυτή την εποχή δε γράφτηκαν όμορφα και σημαντικά τραγούδια! Όπως είπαμε λίγο πριν, πέρα από τον Χιώτη, μεγάλη δύναμη για το λαϊκό τραγούδι εκείνης της εποχής ήταν ο Γιώργος Μητσάκης του οποίου τα τραγούδια είναι αξέχαστα όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι παίζονται και αγαπιούνται πάρα πολύ από το κοινό του τραγουδιού! Όπως και ο άφταστος Απόστολος Καλδάρας που προσέφερε ένα σωρό αθάνατα τραγούδια! Και ο κατάλογος βέβαια δεν έχει τέλος… – Απλώς αναφέρουμε τα πιο δυνατά ονόματα…

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Ζώντας μια έντονη και περιπετειώδη ζωή, αρχικά σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός, δασκάλα και ποιήτρια, ενώ αργότερα αναδείχθηκε σε σπουδαία λαϊκή στιχουργό. Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 εξαναγκαζόμενη από το πάθος της χαρτοπαιξίας, τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο, έναντι ευτελούς οικονομικής αμοιβής, όλους τους επώνυμους συνθέτες της εποχής της με σπουδαία τραγούδια.

Τα τραγούδια όμως που αυτά πλέον – και είναι πολύ βασικό να ειπωθεί – πατούσαν όχι τόσο στους παλιούς λαϊκούς ανατολίτικους δρόμους, αλλά πάνω στη ματζόρε και τη μινόρε κλίμακα δηλαδή πάνω σε δυτική βάση.

Σταδιακά μάλιστα γράφτηκαν και πολλά κομμάτια που ήταν εμπορικά και δεν διακρίνονταν από την παλιά αυθεντικότητα του Ρεμπέτικου. Ο καταναλωτισμός δεν άγγιζε μόνο τις καθημερινές ανάγκες αλλά ακόμα και τη μουσική..

Αλλά επίσης, δεδομένου ότι ο κόσμος γέμιζε τα κέντρα θέλοντας να διασκεδάσει, αυτό έκανε τους μουσικούς να εθιστούν λίγο λίγο στο υψηλό νυχτοκάματο που τους προσέφερε η τέχνη τους και αυτό ισχυροποίησε τη λογική του κέρδους, πράγμα που αντιστρατευόταν την παλιά λογική των αξιών του Ρεμπέτη.. – Σταδιακά, η ποιότητα του Ρεμπέτικου.. έπεφτε..
Και όχι μόνο αυτό! Πολλοί Ρεμπέτες.. άρχισαν να μην μπορούν ούτε καν να επιβιώσουν δεδομένων των αλλαγών στη σύνθεση των τραγουδιών. Και παρέμειναν στο παλιό στυλ τους είτε γιατί δεν ήθελαν να προδώσουν την τέχνη τους, είτε διότι δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Ας αφήσουμε και το γεγονός ότι τα πικάπ και τα juke-box κατέκλυσαν τις γειτονιές και αντικατέστησαν σε μεγάλο βαθμό τις κομπανίες.

Το κυριότερο όμως που θα πρέπει να ειπωθεί – πριν κλείσει αυτό το σύντομο αφιέρωμα στο Σμυρνέικο, το Ρεμπέτικο και το Λαϊκό τραγούδι – είναι το ακόλουθο: Οι αλλαγές των αξιών και η υπερίσχυση των μικροαστικών προτύπων, ο κοινωνικός εκσυγχρονισμός της χώρας, η εισβολή του καταναλωτισμού.. όλα αυτά, ουσιαστικά, «εξαΰλωσαν» – σε επίπεδο κοινωνικής αναγκαιότητας – το λόγο ύπαρξης του μουσικού αυτού είδους! Μεγάλοι δημιουργοί, ακόμα υπήρχαν (Βασίλης Τσιτσάνης, Γιάννης Παπαϊωάννου, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και άλλοι)! Αλλά είχαν εξαφανιστεί οι κοινωνικοί λόγοι ανάπτυξης της Ρεμπέτικης δημιουργίας.

Την ίδια περίοδο, πέρα από τα αρχοντορεμπέτικα, η μουσική αγορά θα κατακλυστεί από μια τάση να συνθέτονται και να ακούγονται τραγούδια που οι μελωδίες του προέρχονταν από την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Ινδία ή είχαν άμεσες επιρροές από αυτές τις χώρες. – Αυτό συνέβη περί το 1955..
Ο Γαβαλάς, ο Καζαντζίδης, η Γιώτα Λύδια, ο Αγγελόπουλος και άλλοι τραγούδησαν τραγούδια αυτής της τάσης, τραγούδια που ο κόσμος άκουγε μανιακά! Το ανατολίτικο στοιχείο, το μυστήριο της Ανατολής θα λέγαμε, πάντα συνεπαίρνει τον Έλληνα (άσχετα από την τότε προσπάθεια των αστικών ελίτ να απαξιώσουν και να εξαφανίσουν μια τέτοια μουσική).

Αλλά, πέρα από το αν κάποια κομμάτια από αυτά ήταν όμορφα γραμμένα, το πνεύμα τους αντιστρατευόταν εντελώς το δωρικό, αυστηρό, παλληκαρήσιο και αυθεντικά γλετζέδικο πνεύμα του Ρεμπέτικου τραγουδιού.

Μετά δε τα μέσα της δεκαετίας του 1950, αρχικά ο Μάνος Χατζιδάκης θα προετοιμάσει με τα τραγούδια του ένα άλλο μουσικό κίνημα, με εντελώς διαφορετική εκφραστική χροιά. -Κίνημα στο οποίο θα αφιερωθεί και ο Μίκης Θεοδωράκης ακριβώς το 1960.

Απόστολος Καλδάρας. Ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις το 1946. Το τραγούδι το οποίο και τον ανέδειξε και τον κατέταξε στους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες και στιχουργούς του είδους αυτού ήταν το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι».

Αλλά το Ρεμπέτικο δε σίγασε επειδή αναπτύχθηκαν άλλα μουσικά ρεύματα. Σίγασε διότι δεν μπορούσε πια να εκφράσει τις κοινωνικές φιλοδοξίες της ελληνικής κοινωνίας! Η μουσική αυτή.. σίγουρα ήταν αστείρευτη πηγή διασκέδασης για τα λαϊκά στρώματα. Η αστικοποίηση όμως έβαλε φρένο στο Ρεμπέτικο γιατί η κοινωνία προσπαθούσε να αναβαθμίσει την οικονομική της θέση, να αστικοποιηθεί όλο και περισσότερο!

Τα αυθεντικό Ρεμπέτικο όμως εξέφρασε τον κόσμο του πραγματικού περιθωρίου, την πίκρα των ανθρώπων που ναυάγησαν στη ζωή λόγω δηλαδή της ανελέητης κοινωνικής αδικίας εκείνων των καιρών. Αλλά εξέφρασε και την περηφάνια των ανθρώπων που δεν ένιωθαν ότι είναι στο περιθώριο αλλά ότι απλώς ζουν μια ζωή ελεύθερη από απαράδεκτες ίσως συμβάσεις που δεσμεύουν την ανθρώπινη φύση!

Το Ρεμπέτικο τελικά εξέφραζε μια μειοψηφία που δεν ήθελε να πιαστεί στα δίχτυα της αστικής κοινωνίας, μια μειοψηφία που διψούσε για περιπέτεια έξω από φτιαχτά και τυρρανικά «πρέπει», μια μειοψηφία που ήθελε να έχει ελεύθερο χρόνο και να μη γίνει το υποζύγιο των αφεντικών, μια μειοψηφία που ήθελε να αλητέψει, να ζήσει επικίνδυνα, να ερωτευτεί, να μην υποταχτεί, μια μειοψηφία που στην πράξη – και με το έτσι θέλω – κατήργησε και σάρωσε όλα τα όρια!

[Total: 2    Average: 5/5]