«Ρεμπέτικο»: Το Τραγούδι των παρανόμων, των αδικημένων και των ασυμβίβαστων

Του Αντρέα Καρακούση

Το σμυρνέικο τραγούδι – που είναι ιστορικά, η κοιτίδα του Ρεμπέτικου και του Λαϊκού τραγουδιού – έχει, όπως αναφέραμε και στο πρώτο μέρος, δύο βασικά χαρακτηριστικά. Αφενός, εμφανίστηκε έξω από τα ελληνικά σύνορα και συγκεκριμένα στις κατεχόμενες από τους Τούρκους, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Αφετέρου, δημιουργήθηκε για να εκφράσει τα κοινωνικά στρώματα που ζούσαν και εργάζονταν στα αστικά κέντρα.

Μια σημαντική οικονομική πρόοδος είχε συμβάλλει καθοριστικά στο να αναπτυχθούν σημαντικές παράκτιες πόλεις στη Μικρά Ασία και στα παράλια της Τουρκίας. Πόλεις που έπαιξαν το ρόλο κομβικών λιμανιών για το εμπόριο μεταξύ Δύσης και Ανατολής. – Σε αυτή τη δραστηριότητα πρωταγωνιστούσαν οι ελληνικές κοινότητες των οποίων οι πιο ισχυροί και ικανοί εκπρόσωποι είχαν δημιουργήσει μεγάλες εμπορικές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις.

Επιχειρήσεις στις οποίες εργαζόταν μεταξύ άλλων μεγάλος αριθμός Ελλήνων που ζούσαν στα νέα αστικά κέντρα των παραλίων της Μικράς Ασίας. Την ίδια περίοδο, όμως, χιλιάδες ήταν και ο Έλληνες που μετανάστευαν στα διάφορα σημεία του ορίζοντα. Μεγάλος μάλιστα αριθμός από αυτούς μετανάστευσε στη Βόρεια Αμερική. Το ρεύμα αυτό ξεκίνησε το 1890 και έφτασε στο απόγειό του στις αρχές του 20ου αιώνα.

Από το 1890 μάλιστα μέχρι και το 1922, στην Αμερική βρέθηκαν 400.000 Έλληνες μετανάστες που αναζητούσαν την τύχη τους μακριά από την πατρίδα, καθώς η ανάγκη της επιβίωσης τους έστρεψε προς την ξενιτιά. Αριθμός που αφορά μόνο στους κατοίκους του ελληνικού κράτους και όχι στους Έλληνες των περιοχών υπό οθωμανική κατοχή (Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, Κύπρος και διάφορα νησιά του Αιγαίου) που όταν μετανάστευαν έφταναν με διαφορετική εθνικότητα στο νέο τόπο.

Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να γίνει γνωστό πόσες χιλιάδες Έλληνες ακολούθησαν το δρόμο της ξενιτιάς. – Και φυσικά θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη το γεγονός ότι υπήρχε και παράνομη μετανάστευση πράγμα που κάνει τους ειδικούς να πιστεύουν ότι στη Βόρειο Αμερική βρέθηκε εκείνα τα χρόνια πάνω από μισό εκατομμύριο Ελλήνων!

Άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά εργατικά στρώματα, όπως μικροεπαγγελματίες και αγρότες (και σίγουρα όχι εργαζόμενοι εξειδικευμένοι στις εργασίες που καλούνταν να κάνουν τώρα), βρέθηκαν στην ξένη και μακρινή γι’ αυτούς χώρα και μπήκαν σε έναν δύσκολο αγώνα επιβίωσης.

Έλληνες μετανάστες εργάζονται στην κατασκευή των αμερικανικών σιδηροδρόμων

Δούλεψαν σκληρά στα μεταλλεία, στα ορυχεία, σε πολύ μεγάλα εργοστάσια, στην κατασκευή σιδηροδρόμων και έζησαν κάτω από πολύ άσχημες εργασιακές συνθήκες, συνήθως πολύ κακοπληρωμένοι και ρημαγμένοι από τις σκληρές και εξοντωτικές εργασίες.

Το σχέδιό τους ήταν απλό: Θα θυσίαζαν μερικά χρόνια από τη ζωή τους και μετά θα γύριζαν στην πατρίδα για να ανοίξουν μια δική τους δουλειά και να ζήσουν εκεί που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Η μέρα της δουλειάς; Δύσκολη, ανελέητη. Σε αυτή την «ψυχρή» στιγμή της ζωής τους.. μόνο το τραγούδι μπόρεσε να τους στυλώσει και να τους κάνει να υπομείνουν τα νέα τους πάθη…

Το τραγούδι.. που είχε γεννηθεί στις πόλεις της Μικρασίας και της Πόλης και το οποίο το έφεραν μέσα στο αίμα τους αφού ήταν ένα προϊόν επιρροών από το Βυζάντιο, από την μυστηριακή Ανατολή και από τη μεγάλη ελληνική δημοτική παράδοση..

Η μουσική λοιπόν ήταν γι’ αυτούς ένα μεγάλο ξέσπασμα, μια απαραίτητη διασκέδαση εκείνη την εποχή της ξενιτιάς και ακόμα ένας τρόπος να μη χάσουν τους προσωπικούς, μα και τους εθνικούς τους δεσμούς, μια διέξοδος από τον καθημερινό σκληρό αγώνα για επιβίωση, ένα απανέμι για να επιζήσουν και ψυχικά…

Αλλά η Αμερική, παρότι ήταν ο τόπος εκμετάλλευσής τους, έπαιξε – αναπάντεχα – έναν ρόλο που στήριξε τον ελληνικό πολιτισμό και τη σύγχρονη πλευρά της τότε ελληνικής μουσικής: Στην Αμερική, θα βρεθούν σύντομα εκείνοι οι οργανοπαίκτες και οι τραγουδιστές που θα ηχογραφήσουν τους πρώτους δίσκους του ελληνικού τραγουδιού…

Μετανάστες που από το 1910 έως το 1935 θα αφήσουν πίσω τους δίσκους – «διαμάντια» της διαχρονικής ελληνικής παράδοσης. Κομμάτια που διέσωσαν στη μνήμη τους προφορικά μια και δεν είχαν αυτά γραφεί σε παρτιτούρες.
Στην αρχή ηχογραφήθηκαν ήδη υπάρχοντα τραγούδια που είχαν γραφτεί αρκετά χρόνια πριν, πολύ πριν το 1910. Γύρω στο 1900 ή και πολύ πιο παλιά! Ήταν φυσιολογικό. Υπήρχε μια μεγάλη παράδοση που έπρεπε να περάσει στην αιωνιότητα και να μη την καταπιεί η σκόνη του χρόνου.. – Σιγά σιγά λοιπόν κυκλοφόρησαν κομμάτια που είχαν διαδοθεί από γενιά σε γενιά και των οποίων οι δημιουργοί ήταν άγνωστοι!

Υπήρχαν μάλιστα πολλές αμερικανικές δισκογραφικές εταιρείες που ηχογράφησαν τέτοια κομμάτια, αλλά σε κάποια φάση δημιουργήθηκε και η Panhellenion Record που ήταν μια δισκογραφική εταιρεία η οποία δημιουργήθηκε από Έλληνες μουσικούς και τραγουδιστές εκείνης της εποχής.
Μόνο, όμως, από την Columbia, ηχογραφήθηκαν τουλάχιστον τέσσερις με πέντε χιλιάδες δίσκοι από το 1910 έως το 1935, αριθμός θαυμαστός αν το σκεφτεί κανείς! Δίσκοι που περιλάμβαναν από Δημοτικά και Ελαφρά.. μέχρι Σμυρνέικα και Ρεμπέτικα. Το 30% μάλιστα από αυτά τα τραγούδια ήταν Ρεμπέτικα. Αλλά και οι άλλες αμερικανικές εταιρείες παρήγαγαν τουλάχιστον 1.000 δίσκους ρεμπέτικης μουσικής και έτσι αυτά τα χρόνια ηχογραφήθηκαν τελικά 2.000 ρεμπέτικα τραγούδια!

Τραγούδια με εμφανέστατες επιδράσεις από το Βυζάντιο, τη Μικρασία (Από το Σμυρνέικο, το ελληνικό λαϊκό τραγούδι της πόλης δηλαδή), την τουρκική μουσική, τη δημοτική μας παράδοση, τη νησιωτική μουσική παράδοση αλλά και την αραβική, ινδική και περσική…

Αυτές ήταν οι μεγάλες ρίζες του Πρώτου Ρεμπέτικου, της μουσικής δηλαδή έκφρασης που διαδέχτηκε το σμυρνέικο. – Μια έκφραση ελληνική στο ήθος της και ανατολική στις μουσικές επιδράσεις της..

Τελικά, παρά τις φοβερά διαφορετικές μουσικές παραδόσεις, κατορθώθηκε να προκύψει μια ενιαία εκφραστική γλώσσα. Γλώσσα που άρθρωσαν αρχικά οι δημιουργοί, των οποίων τα ονόματα δε διασώθηκαν και οι μετέπειτα μεγάλοι επώνυμοι βάρδοι τους είδους.
Μουσικά, το είδος αυτό στηρίχτηκε στους λεγόμενους «δρόμους», τους μουσικούς δρόμους, τις κλίμακες δηλαδή με βάση τις οποίες γράφτηκαν πάμπολλα αθάνατα αριστουργήματα.
Οι οποίοι όμως δρόμοι ανά παράδοση ονομάζονται αλλιώς και βεβαίως διαφέρουν και στη δομή τους. Προσοχή όμως! Δε διέφεραν όλοι οι μουσικοί δρόμοι μεταξύ τους. Κάποιοι ήταν διαφορετικοί ανά πολιτισμό, αλλά άλλοι – παρά τις μεγάλες μουσικές αποστάσεις που χωρίζουν τους προαναφερθέντες πολιτισμούς – ταυτίζονταν, αφού στεγάζονταν κάτω από την ομπρέλα της Ανατολικής μουσικής παράδοσης.

Σε κάθε περίπτωση, οι βυζαντινοί «ήχοι», οι αραβικοί «μακάμ», οι ρεμπέτικοι «δρόμοι», οι περσικοί «περντέ» και οι ινδικοί «ράγλας».. ενώθηκαν και έφεραν στο φως τον νέο ελληνικό μουσικό πολιτισμό!
Με βάση αυτές τις πολυάριθμες και ιδιαίτερες κλίμακες δημιουργήθηκαν και τα αυτοσχεδιαστικά κομμάτια αλλά και τα τραγούδια. Αλλά εδώ στόχος μας δεν είναι φυσικά να προχωρήσουμε σε τεχνική ανάλυση της μουσικής γλώσσας του νέου είδους. Εδώ μας ενδιαφέρουν κυρίως οι ιστορικές και οι κοινωνικές συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε τελικά το Ρεμπέτικο Τραγούδι αλλά και το λαϊκό…

Θα αναφέρουμε όμως απλώς τα ονόματα τον δρόμων που χρησιμοποιήθηκαν στο Ρεμπέτικο και που είναι 12 στον αριθμό: 1. Hicaz (από μια περιοχή της Ερυθράς θάλασσας), 2. Kurdi (που είναι το όνομα της γης των Κούρδων), 3. Nihavent (όνομα ακτής), 4. Irak (από τη χώρα Ιράκ), 5. Ispahan (που είναι η αρχαία περσική πρωτεύουσα), 6. Sabah (πρωινό), 7. Ussak (εραστές), 8. Hisar (φρούριο, κάστρο), 9. Huseyni (καλός νέος), 10. Rast (σωστός, δίκαιος), 11. Niyaz (ικεσία, παράκληση), 12. Beyati (από τη φυλή των Bayat).

Μάρκος Βαμβακάρης. Το 1933, με το τραγούδι του «Οι τραγιάσκες» εισάγει τον χασάπικο χορό.

Πάνω σε αυτούς τους δρόμους γράφτηκαν πάμπολλα τραγούδια: Δημοτικά της Μικράς Ασίας και των νησιών που είναι χαρούμενα και μιλάνε για τη ζωή και τις αγάπες των ναυτικών και των ψαράδων. Λαϊκά τραγούδια των πόλεων που μιλούν για την άνετη και ωραία ζωή των διαφόρων στρωμάτων μέσα στην πόλη.

Υπήρχε όμως και μια τρίτη κατηγορία τραγουδιών που δεν είναι άλλη από τα μελαγχολικά και βαριά κομμάτια που αναφέρονται στη ζωή των υποαπασχολούμενων και των περιθωριακών ανθρώπων! Είναι μάλιστα σημαντικό να ειπωθεί ότι αυτά τα κομμάτια γράφτηκαν κυρίως στον Πειραιά και αναφέρονται στη δύσκολη ζωή αυτών των στρωμάτων του πρώτου λιμανιού της χώρας..
Το χασίσι και γενικότερα οι ουσίες, η ανεργία, το κυνηγητό από την αστυνομία, η φυλακή, ο τρόπος ζωής, οι ανταγωνισμοί και οι καυγάδες αυτών των στρωμάτων… αυτά ήταν τα βασικά θέματα του νέου τραγουδιού. Του Ρεμπέτικου τραγουδιού που είχε κάνει δυναμικά, όπως καταλάβατε, την εμφάνισή του στην ελληνική πολιτιστική ζωή, έστω και αν ήταν απολύτως στο περιθώριο ακόμα…

Τα ελληνικά αστικά κέντρα πάντως που ευνόησαν την εμφάνιση του Ρεμπέτικου, αρχίζουν να αναπτύσσονται από το 1850 και μετά, από τα μέσα του 19ου αιώνα δηλαδή. Εκείνη την εποχή, τα στρώματα που συνιστούσαν την ελληνική κοινωνία ήταν τα ακόλουθα: Πρώτα πρώτα, υπήρχαν οι ισχυροί προεστοί που συνδέονταν με την ύπαιθρο και εκμεταλλεύονταν φοβερά την αγροτιά. Σταδιακά, ωστόσο, μεγάλος αριθμός χωρικών κατέκλυσε τις πόλεις. Οι χωρικοί και οι ναυτικοί ήταν τα δύο κοινωνικά στρώματα που συνέδεσαν τη ζωή τους με τις οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες της πόλης.

Οι πρώτες «βιομηχανίες» στην Ελλάδα δημιουργούνται από τα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου κράτους. Οι παλιές βιοτεχνίες της χώρας βρίσκονταν σε μεγάλη παρακμή, διότι δεν ήταν ανταγωνιστικές σε σχέση με τις ευρωπαϊκές.
Πολλοί Έλληνες έμποροι της διασποράς, είχαν επεκταθεί και στην Ελλάδα και δημιουργούσαν επιχειρήσεις. – Και από την άλλη πλευρά, άνθρωποι που είχαν βγάλει χρήματα από τη ναυτιλία, έκαναν επενδύσεις κεφαλαίων σε νέες επιχειρήσεις.

Οι πρώτες όμως πραγματικά αξιοπρόσεκτες προσπάθειες για δημιουργία βιομηχανικών επιχειρήσεων παρατηρούνται μετά το 1870-75. Είναι ακριβώς η εποχή που παρατηρείται και έντονη πολεοδομική ανάπτυξη της Αθήνας. Η Αθήνα θα γίνει έτσι σταδιακά το πρώτο οικονομικό κέντρο της Ελλάδας!

Είναι ακριβώς η εποχή που και ο Πειραιάς αναπτύσσεται βιομηχανικά και πολεοδομικά για να καταστεί το πρώτο, όπως έχουμε ήδη πει, λιμάνι της χώρας.
Και είναι φυσικά η εποχή που υπάρχει μια σημαντική εθνική τάξη κεφαλαιούχων, η οποία κατέχει τις επιχειρήσεις που αναφέραμε. Επρόκειτο, ωστόσο, για μια δραστηριότητα που είχε όρια και σε καμία περίπτωση δεν είχε το βεληνεκές των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Και επίσης δεν είχε εξαγωγική μορφή, αλλά κάλυπτε μόνο την εθνική αγορά.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το 1909 – παραδείγματος χάριν – οι περισσότερες επενδύσεις που είχαν γίνει προέρχονταν από το εξωτερικό: Το 63% συγκεκριμένα ήταν ξένες επενδύσεις.
Το 1880 υπήρχαν ήδη 38 εργοστάσια με ατμοκίνητες μηχανές στην Αθήνα και τον Πειραιά. Στις δύο πόλεις υπήρχαν περίπου 149.000 κάτοικοι, αλλά ο πληθυσμός όλο και αυξανόταν και το 1896 είχε φτάσει τις 180.000 κατοίκους..

Ανέστης Δελιάς. Γνωστός και ως Ανεστάκι ή Αρτέμης. Το 1934, μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Γιώργο Μπάτη δημιούργησαν την πρώτη επίσημη ρεμπέτικη κομπανία στην Ελλάδα. Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς».

Σταδιακά μάλιστα μεγάλωνε και το ελληνικό κράτος. Το 1881 τα σύνορά του έφτασαν στη Θεσσαλία και το 1908 στην Κρήτη.. – Το δε 1907 ο συνολικός πληθυσμός της χώρας ήταν 2.631.952 άνθρωποι και Αθήνα-Πειραιάς είχαν 250.000 κατοίκους.
Όσο όμως και αν η οικονομία αναπτυσσόταν, τα εργατικά κοινωνικά στρώματα βαρυγκωμούσαν κάτω από τις πολύ δύσκολες συνθήκες μέσα στα εργοστάσια! Οι εργαζόμενοι δούλευαν στα εργοστάσια, στο λιμάνι, στην κατασκευή σιδηροδρόμων, σε μικροβιοτεχνίες, σε μικρομάγαζα και πολλοί από αυτούς υποαπασχολούνταν αφού δούλευαν μόνο περιοδικά.

Και η ίδια όμως η επιχειρηματικότητα δεν ήταν καθόλου εύκολο να ανθήσει διότι αφενός εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τα ξένα κεφάλαια που θα εισέρρεαν ή δε θα εισέρρεαν στην Ελλάδα και αφετέρου επηρεαζόταν εντονότατα από τις περιοδικές διεθνείς οικονομικές κρίσεις.. – Άλλωστε η χώρα ήταν πολιτικά και οικονομικά πλήρως εξαρτημένη από τη Δύση..

Όλα όμως αυτά τα δεδομένα συνιστούσαν κάποιους επιπλέον λόγους για να περνούν πολύ άσχημα τα εργατικά στρώματα εκείνης της εποχής! Και δεν έφτανε μόνο αυτό! Η ίδια η μουσική τους κουλτούρα – που εξετάζουμε ιστορικά εδώ και η οποία σήμερα είναι η επίσημη μουσική πολιτιστική έκφραση των Ελλήνων – όχι μόνο δεν αναγνωριζόταν αλλά και.. κυνηγιόταν από το επίσημο Κράτος καθώς εθεωρείτο προϊόν ανατολίτικων επιδράσεων! Λες και ήταν η πρώτη φορά που ο ελληνισμός δανειζόταν ανατολικά στοιχεία για να δημιουργήσει κάτι καινούριο…
Διάφοροι κύκλοι των εξουσιαστικών ελίτ της εποχής θεωρούσαν μάλιστα ότι θα έπρεπε τάχιστα να απομονωθεί η μουσική των εργατικών στρωμάτων και να κυριαρχήσει η δυτική κουλτούρα!

Επρόκειτο ουσιαστικά για περιφρόνηση όχι μόνο του λαϊκού πολιτισμού αλλά και για περιφρόνηση του ίδιου του απλού κόσμου που ήταν – όπως είναι κατανοητό – ο αχθοφόρος της εθνικής και της ξένης αστικής τάξης και ο οποίος για ψύλλου πήδημα πολλές φορές διωκόταν από τις αρχές που υπηρετούσαν τα μεγάλα αφεντικά. Ήταν ξεκάθαρο! Η λαϊκή ταυτότητα περιφρονείτο και κυνηγείτο όσο πιο άγρια ήταν δυνατό..

Οι λεγόμενοι άλλωστε άνθρωποι του περιθωρίου ήταν ακριβώς τα υποζύγια εκείνα που από ένα σημείο και μετά αρνούνταν να συνεργαστούν με το κατεστημένο και με το απάνθρωπο και κατάφορα άδικο κοινωνικό σύστημα παραγωγής της εποχής!

Οι ριγμένοι στο περιθώριο, οι διωκόμενοι από τις αρχές στις περιθωριακές γειτονιές, οι φυλακισμένοι στο Γεντί-Κουλέ της Θεσσαλονίκης και στο Παλαμήδι του Ναυπλίου, οι πεινασμένοι και οι αδικημένοι των πόλεων.. τα είχαν βάλει με την κοινωνία και το Κράτος και πυροβολούσαν την επίσημη ιδεολογία κατευθείαν στο κεφάλι!
Τέτοιοι μάλιστα αρνητές της «νέας τάξης πραγμάτων» υπήρχαν στην Ελλάδα τουλάχιστον από το τέλος του 19ου αιώνα. Ήταν οι κουτσαβάκηδες τους οποίους τελικά διέλυσε ο τότε αρχηγός της αστυνομίας Μπαϊρακτάρης λόγω των έντονα παραβατικών περιστατικών που δημιουργούσαν. Γρήγορα όμως η κοινωνική πραγματικότητα δημιούργησε νέες περιθωριακές ομάδες, τους μάγκες, στις αρχές του 20ου αιώνα..

Οι μάγκες, οι άνθρωποι δηλαδή του περιθωρίου, ζούσαν σε ένα κλειστό κύκλο, σε μια κλειστή κοινωνία και ήταν αφιερωμένοι στα «ωραία της ζωής» όπως έλεγαν! – Κατά κανόνα, δούλευαν μόνο για να επιβιώσουν και όχι για να βγάλουν χρήματα ή να ανέβουν κοινωνικά. Είχαν δηλαδή εντελώς διαφορετικές αξίες σε σχέση με την ανερχόμενη αστική τάξη!
Tο χρήμα.. το περιφρονούσαν! Και μάλιστα το θεωρούσαν πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας, της κοινωνικής αλλά και της προσωπικής δυστυχίας! Διότι πίστευαν πως όποιος κατακτήσει το χρήμα.. αυτό χαλάει το χαρακτήρα του και τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους.

Δούλευαν λοιπόν τόσο όσο για να ζήσουν.. – Ήταν αμόρφωτοι, αλλά είχαν μεγάλη εμπειρία ζωής λόγω των μεγάλων δυσκολιών και περιπετειών που βίωναν στον αγώνα για καθημερινή ύπαρξη! Το βασικότερο τους χαρακτηριστικό ήταν ότι αρνούνταν όλη την επίσημη ιδεολογία!: Την δουλειά, την εκπαίδευση, την οικογένεια, τον γάμο, το σπίτι (είχαν απλώς ένα δωμάτιο για να κοιμούνται).

Και ζούσαν στο περιθώριο – δεμένοι με την ομάδα και παρέα τους – βγάζοντας μαχαίρια όταν έρχονταν αντιμέτωποι με κινδύνους, μιλώντας την αργκό (που βασιζόταν στη λαϊκή, δημοτική ελληνική γλώσσα), ζώντας θαρραλέα και πέρα από κάθε όριο και σύμβαση, τραγουδώντας, ζώντας τον έρωτα (σε ένα βέβαια κλειστό κοινωνικό πλαίσιο μόνο από το οποίο μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί), χορεύοντας, παίζοντας το τρίχορδο μπουζούκι, τους μπαγλαμάδες, τους τζουράδες (μικρότερο τρίχορδο μπουζούκι σε σχέση με το κανονικό), κάνοντας πλάκες και καπνίζοντας φυσικά χασίσι μέσα στους τεκέδες.

Σε πολλές περιπτώσεις είχαν αντιθέσεις και μεταξύ τους.. φτάνοντας στο σημείο να χτυπηθούν με τα μαχαίρια τους! Και ήταν έτοιμοι να πάνε ακόμα και στη φυλακή, προκειμένου να δείξουν ότι δε φοβόντουσαν τίποτα ή επειδή είχαν κάνει κάποια παραβατική πράξη, όπως κάποια κλεψιά..

Και ήταν ακριβώς μέσα στις φυλακές, αλλά και μέσα στους τεκέδες που δημιουργήθηκε το Ρεμπέτικο, δηλαδή το περιθωριακό τραγούδι της πόλης.. – Το Τραγούδι των αδικημένων και των ασυμβίβαστων! – Ένα περιθωριακό τραγούδι που ταυτόχρονα ήταν η απαρχή του μετέπειτα λαϊκού τραγουδιού.

Τεκέδες υπήρχαν σε πολλές χώρες της ανατολικής Μεσογείου. Η λέξη αρχικά στα τουρκικά σήμαινε «ιερό των Δερβίσηδων» (Μουσουλμάνοι μοναχοί), αλλά αργότερα ήταν οι χώροι μέσα στους οποίους οι μάγκες κάπνιζαν το χασίσι.. – Στους τεκέδες έρχονταν και οι οργανοπαίκτες και πολλές φορές έφτιαχναν καινούρια τραγούδια μέσα σε αυτούς. Το όνομα αυτών των μουσικών των αρχών του 20ου αιώνα ήταν.. Ρεμπέτες.
Ονομασία που προέρχεται από τον 18ο αιώνα, την εποχή που στην επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.. οι λαϊκοί μουσικοί (Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι κ.λπ.) γυρνούσαν στις ταβέρνες, στα καφενεία και στα κρασοπουλιά και έπαιζαν τα τραγούδια τους..

Αυτοί μάλιστα λέγονταν «Ρεμπέτ» επειδή δεν τα είχανε καθόλου καλά με τις κυβερνητικές αρχές της αυτοκρατορίας και θεωρούνταν παράνομοι, εκτός νόμου.. Σταδιακά, η λέξη αυτή χρησιμοποιήθηκε και για τους μάγκες Έλληνες μουσικούς των αρχών του εικοστού αιώνα. Οι Ρεμπέτες δηλαδή δεν ήταν απλώς οι μάγκες της εποχής, αλλά αυτοί που ανέλαβαν με τα μπουζούκια τους, τους τζουράδες τους, το σάζι (όργανο με περισσότερα ανατολικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το Μπουζούκι και με διαφορετικό ήχο), αλλά και τις παραπονιάρικες, αισθαντικές και γεμάτες «γρέζι» φωνές τους, το βάρος να εκφράσουν τον φτωχό και αδικημένο κόσμο του περιθωρίου…

1932. Δημήτρης Σέμσης (βιολί), Αγάπιος Ταμπούλης (ταμπούρ) και Ρόζα Εσκενάζη.

Εκείνη την εποχή, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα οι τρεις χορδές του Μπουζουκιού και του μπαγλαμά γίνονται διπλές και έτσι το λαϊκό αυτό όργανο αποκτά έναν πιο χαρακτηριστικό και γνώριμο ήχο, ενώ τα ρεμπέτικα συνοδεύει μια κιθάρα.
Το Μπουζούκι όμως δε δημιουργήθηκε τότε! Με την έννοια ότι αυτό και ο μπαγλαμάς ανήκουν στη μουσική οικογένεια των λαούτων με μακρύ μανίκι και υπάρχουν στην κουλτούρα πάρα πολλών λαών της ανατολικής Μεσογείου, με διάφορα βέβαια ονόματα και μορφές.
Για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους και να φτάσουν ως την εποχή του Βυζαντίου και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πριν συνδεθούν και με την Ελλάδα, με το νεότευκτο ελληνικό κράτος και τη σύγχρονη μουσικο-ιστορική του εξέλιξη, τον 19ο και τον 20ο αιώνα.

Στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο ας πούμε το σημερινό Μπουζούκι (που είναι προϊόν σημαντικής μουσικής, ιστορικής και αισθητικής μετεξέλιξης) ονομαζόταν «πανδουρίς» ή «πανδούρα» ή τρίχορδον» (όπως δε είπαμε και πριν ως τρίχορδο υπήρχε και στις αρχές του 20ου αιώνα).. – Λεγόταν όμως και «ταμπουράς», όνομα που χρησιμοποιήθηκε την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Για να αλλάξει προς το τέλος της αυτοκρατορίας και να γίνει «Μπουζούκ», δηλαδή Μπουζούκι.. – Ήτανε δε λογικό να χρησιμοποιηθούν οι τουρκικές λέξεις για τη μουσική εκείνου του καιρού (κλίμακες, όργανα κ.λπ.)! Όχι μόνο λόγω οθωμανικής κατάκτησης, αλλά και επειδή οι διάφοροι οργανοπαίκτες έπαιζαν και για τους Τούρκους.
Το επιχείρημα δε αυτό, διαλύει και την εσφαλμένη και επιφανειακή άποψη ότι πρόκειται για τούρκικη μουσική. Όχι! Το Ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι είναι βαθύτατα ελληνικά, αλλά δανείστηκαν ανατολικά στοιχεία, πράγμα στο οποίο, έτσι και αλλιώς, βασίστηκε διαχρονικά ο ελληνισμός.

Αξίζει ακόμα να ειπωθεί ότι το μπουζούκι, επί τουρκοκρατίας, ήταν σε μεγάλο βαθμό το όργανο των μοναχικών ανθρώπων! Το χρησιμοποιούσαν πολύ οι χανούμισσες στις στιγμές της μοναξιάς τους στους γυναικωνίτες των χαρεμιών. Ακόμα και Νίκος Καζαντζάκης στον Καπετάν Μιχάλη γράφει για την Εμινέ Χανούμη που την καλεί ο Νουρήμπεης να παίξει για τον Καπετάνιο μπροστά του..

Αλλά ήταν και το όργανο των κλεφτών και των αρματολών που πολεμούσαν τους Τούρκους πάνω στα βουνά..
Γυρίζοντας όμως στην εποχή των αρχών του 20ού αιώνα, οι μάγκες και οι Ρεμπέτες μαζεύονταν στα στέκια τους και τραγουδούσαν τα ντέρτια τους και τους καημούς τους με τα δωρικά μπουζούκια τους, τους κελαηδιστούς μπαγλαμάδες, τις γλυκές λαϊκές κιθάρες τους, τα νοσταλγικά ακορντεόν και τα τουμπελέκια τους..

Και τα ταξίμια τους (τα εισαγωγικά σόλο, οι μουσικοί αυτοσχεδιασμοί των μπουζουκιών τους πάνω σε έναν μουσικό δρόμο) τους προετοίμαζαν για να χορέψουν τα μελαγχολικά ζεϊμπέκικα και για να τραγουδήσουν το σεβντά τους, τις πίκρες της ζωής, αλλά και τις επικίνδυνες περιπέτειες που βίωναν στο λιμάνι του Περαία και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας εκείνης της μακρινής πια εποχής..

Τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, μετά τον τρομερό κόπο της μέρας, θα έβρισκαν τον χρόνο και κυρίως το μεράκι να δημιουργήσουν το νέο πολιτισμό, τη νέα μουσική έκφραση, το Ρεμπέτικο τραγούδι, το τραγούδι των «ριγμένων» και των πονεμένων αυτής της ζωής..

Και όταν μάλιστα – αργότερα – θα κατέφθανε στην Ελλάδα το τεράστιο κύμα του 1.500.000 ξενιτεμένων από τη Μικρά Ασία, τότε η κουλτούρα αυτή – που στο κάτω κάτω όντως άνθισε αρχικά στη Σμύρνη και την Πόλη – θα έδινε σύντομα τους πιο σημαντικούς καρπούς αφού θα την ανανέωνε και θα την απογείωνε η προσφυγιά..

Πηγή video: Youtube

[Total: 0    Average: 0/5]