Ιχθυοκαλλιέργειες – Μια λύση επικίνδυνη για την υγεία και το οικοσύστημα

Κείμενο – φωτογραφίες: Θεανώ Γαρμπή

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων (FAO), ξοδεύονται πάνω από 50 δισ. δολάρια τον χρόνο σε ψάρια και θαλασσινά, ένας αριθμός ο οποίος αυξάνεται συνεχώς. Εντούτοις, ο FAO εκτιμά ότι τα δύο τρίτα των μεγαλύτερων ψαρότοπων παγκοσμίως ήδη έχουν αλιευθεί υπερβολικά ή δεν έχουν πια καθόλου ψάρια.

Καθώς τα αποθέματα των ελεύθερων ψαριών μειώνονται συνεχώς, παρατηρείται τεράστια αύξηση των ιχθυοτροφείων που προσπαθούν να καλύψουν τις απαιτήσεις των καταναλωτών. Σύμφωνα με σύγχρονες μετρήσεις των Ηνωμένων Εθνών, πάνω από το ένα τέταρτο των ψαριών και των θαλασσινών που καταναλώνονται διεθνώς αποτελεί προϊόν ιχθυοτροφείου και όχι ελεύθερης αλιείας. Οι αναλυτές της ιχθυοβιομηχανίας προβλέπουν ότι, ως το 2020, οι επιχειρήσεις ιχθυοκαλλιέργειας θα έχουν ξεπεράσει τις επιχειρήσεις ελεύθερης αλιείας στην προμήθεια των καταναλωτών με ψάρια σε όλο το κόσμο.

Οι ιχθυοκαλλιέργειες προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τη μείωση των αποθεμάτων αλιείας και γνώρισαν μεγάλη άνθηση παγκοσμίως στις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Σύμφωνα με τις μετρήσεις του FAO, εξακολουθούν να εκτοπίζουν κάθε άλλο είδος παραγωγής ζωικών προϊόντων.
Ορισμένες ιχθυοκαλλιέργειες τα κατάφεραν καλά με κάποια είδη ψαριών, αλλά αποδείχτηκαν καταστροφικές για άλλα ήδη, όπως ο σολομός και οι γαρίδες.

Στα μειονεκτήματα της ιχθυοκαλλιέργειας συγκαταλέγεται η μόλυνση που προκαλείται από τα ανοιχτά διχτυωτά κλουβιά που φιλοξενούν υπερβολικούς πληθυσμούς, οι επιδημίες που ξεσπούν κατά καιρούς και η καταστροφή των παρακείμενων θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Μειονεκτήματα που συνέτειναν στην παρακμή των πληθυσμών των ψαριών που φιλοξενούσαν, αντί να τους αυξήσουν και να τους βελτιώσουν.

Το 2001, μια μακροχρόνια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Sience” κατέληγε στο ότι η εξαφάνιση των ειδών στους ωκεανούς εξαιτίας της εντατικής αλίευσης είχε την μεγαλύτερη επίδραση στα παράλια οικοσυστήματα από κάθε άλλη μορφή ανθρώπινης επέμβασης, συμπεριλαμβανόμενης και της μόλυνσης, της υποβάθμισης της ποιότητα του νερού, ακόμη και των κλιματικών αλλαγών (αύξηση θερμοκρασίας του πλανήτη), που οφείλονται σε ανθρώπινες δραστηριότητες. Στη Βόρεια Αμερική, το φαινόμενο έχει ήδη εμφανιστεί εδώ και μια εικοσαετία. Ήδη οι πληθυσμοί των μπακαλιάρων στις ακτές της Νέας Αγγλίας και του Καναδά έχουν μειωθεί δραματικά. Ο άγριος σολομός του Ατλαντικού βρίσκεται στον κατάλογο των ειδών που κινδυνεύουν, καθώς και τα καβούρια στο Μέριλαντ, τα οποία μειώνονται διαρκώς.

ιχθυοκαλλιεργεια

Τα ίδια προβλήματα που συναντώνται σε μαζικά εκτροφεία ζώων, όπως οι χοίροι και τα βοοειδή, υπάρχουν και στα ιχθυοτροφεία. Οι υπερβολικοί πληθυσμοί που εκτρέφονται σε αυτά βλάπτουν την υγεία των ίδιων των ψαριών. Συχνά οι συνθήκες διαβίωσης είναι ανθυγιεινές, με αποτέλεσμα να διαδίδονται εύκολα παράσιτα και ασθένειες, ενώ από την άλλη τεράστιες ποσότητες μολυσμένων αποβλήτων διοχετεύονται στα παρακείμενα ύδατα, προκαλώντας εκτεταμένη μόλυνση των θαλασσών. Επιπλέον, το τάισμα των ψαριών σε πολλά ιχθυοτροφεία γίνεται μέσω άλλων άγριων ψαριών κι έτσι έμμεσα μειώνονται και κινδυνεύουν με εξαφάνιση οι πληθυσμοί των τελευταίων.

Τα παραπάνω προβλήματα γίνονται εμφανή, αν σκεφτούμε τις συνθήκες που επικρατούν σε ένα τυπικό ιχθυοτροφείο σολομού. Μια μέση επιχείρηση εκτρέφει περίπου 250.000 ψάρια σε μεταλλικά ή διχτυωτά κλουβιά κοντά στην ακτή και παράγει γύρω στους 2 τόνους απόβλητα την ημέρα, περίπου την ίδια ποσότητα που παράγεται ημερησίως από τους κατοίκους μιας μικρής πόλης. Καθώς τα ανοιχτά κλουβιά επιπλέουν στον ωκεανό, τα απόβλητα που έχουν υποστεί κακή διαχείριση ή κάποια ασθένεια που μεταδίδεται εκτός ιχθυοτροφείου, επιδρά άμεσα στα γειτονικά θαλάσσια οικοσυστήματα. Τα ψάρια που διαφεύγουν μεταφέρουν ασθένειες ή ανήκουν σε γενετικά τροποποιημένα είδη (που μεγαλώνουν δυο φορές πιο γρήγορα από τα φυσιολογικά) και αποδυναμώνουν τα υπόλοιπα είδη ψαριών.

Σολομός ιχθυοτροφείου – Μια επικίνδυνη, για την υγεία, τροφή

Η τροφή με την οποία ταΐζονται οι σολομοί δημιουργεί κινδύνους για την υγεία. Ταΐζονται με επεξεργασμένα ψάρια και ιχθυέλαια, που είναι γεμάτα λιπαρά και πρωτεΐνες. Μια διατροφή που επιταχύνει την ανάπτυξη τους, αλλά με σημαντικό τίμημα. Οι τοξίνες παρουσιάζουν μεγάλες συγκεντρώσεις στους συμπιεσμένους σβόλους ιχθυελαίου με τους οποίους ταΐζουν το σολομό. Έτσι ο σολομός είναι γεμάτος καρκινογόνες διοξίνες και PCB, σε αντίθεση με το σολομό που ζει ελεύθερος. Τοξίνες που παράγονται από τον άνθρωπο ως βιομηχανικά απόβλητα και τελικά καταλήγουν στα νερά των ωκεανών. Στη συνέχεια αποθηκεύονται στα λιπαρά τμήματα του σώματος των ψαριών.

Το 2003, μια μελέτη της Ομάδας Εργασίας για το Περιβάλλον κατέδειξε ότι ο σολομός ιχθυοτροφείου των ΗΠΑ περιείχε περίπου 16 φορές περισσότερο PCB σε σχέση με τον ελεύθερο, 4 φορές περισσότερο σε σχέση με τα μοσχάρια και 3,4 φορές περισσότερο σε σχέση με τα υπόλοιπα ψάρια. Αυτή η μελέτη επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα παλαιότερων ερευνών που είχαν γίνει στο Καναδά και στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες έδειχναν ότι ο σολομός ιχθυοτροφείου είναι πιθανόν το τρόφιμο που αποτελεί την πιο μολυσμένη σε PCB πηγή πρωτεϊνών στις ΗΠΑ.

Μετρήσεις του USDA δείχνουν επίσης ότι ο σολομός ιχθυοτροφείου έχει σχεδόν διπλάσια ποσότητα σε λιπαρά, κορεσμένα λιπαρά και λιγότερο ωφέλημα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα από τον άγριο σολομό.
Κάτω από όλες τις έρευνες και τις συνθήκες αυτές, η κατανάλωση σολομού ιχθυοτροφείου θα έπρεπε να αποφεύγεται εντελώς. Παρόλα αυτά, πάνω από το 70% του σολομού που καταναλώνεται στις ΗΠΑ είναι προϊόν ιχθυοτροφείου. Ο σολομός που φέρει τη σήμανση «Ατλαντικός” έχει μεγαλώσει σε ιχθυοτροφείο. Αν είστε φανατικοί οπαδοί του σολομού, καλύτερα να αγοράζετε σολομό Αλάσκας, φρέσκο ή σε κονσέρβα, γιατί είναι πιο υγιεινός.

Οι επικίνδυνες διοξίνες, τα PCB και ο Υδράργυρος

Οι διοξίνες και τα PCB εισβάλουν στα ύδατα μέσω καύσης βιομηχανικών αποβλήτων και της μόλυνσης γενικότερα, και τελικά καταλήγουν στην τροφική μας αλυσίδα, καθώς τα μικρά ψάρια τρώνε τοξικά φύκια και τα μεγαλύτερα ψάρια τρώνε τα μικρά. Και οι δύο ρυπαντές έχουν ενοχοποιηθεί για προβλήματα υγείας και στα ψάρια αλλά και στον άνθρωπο. Οι διοξίνες είναι ενδεχομένως καρκινογόνες ουσίες και τα PCB έχουν ενοχοποιηθεί για προβλήματα στην ανάπτυξη και τη νοημοσύνη των παιδιών εκείνων, των οποίων οι μητέρες κατανάλωναν συχνά μολυσμένα ψάρια στη διάρκεια εγκυμοσύνης.

Όταν ο υδράργυρος απελευθερωθεί στον αέρα μέσω βιομηχανικών εκπομπών αερίων, καταλήγει στα νερά των θαλασσών, όπου και συσσωρεύεται. Έχει πλέον υπολογιστεί πως το 60-75% του υδραργύρου που έχει συγκεντρωθεί στις θάλασσες των ΗΠΑ προέρχεται από ανθρώπινες ενέργειες, σύμφωνα με τις μελέτες του Οργανισμού Περιβαλλοντικής Προστασίας (EPA). Τα βακτηρίδια που υπάρχουν στο νερό μπορεί στη συνέχεια να προκαλέσουν χημικές αλλαγές που μετασχηματίζουν τον υδράργυρο σε ένα στοιχείο ιδιαίτερα τοξικό, το μεθυλικό υδράργυρο, που με τη σειρά του εντάσσεται στην τροφική αλυσίδα περνώντας από τα ψάρια στο ανθρώπινο σώμα όπου και αποθηκεύεται στο μυικό ιστό. Στην οδηγία 2003/0164 της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο μεθυλικός υδράργυρος χαρακτηρίζεται ως πιθανή καρκινική ουσία.

Στην Ελλάδα, βρέθηκε αναφορά από τον Ιανουάριο του 2004 ότι τα ψάρια των ελληνικών ιχθυοτροφείων έχουν το χαμηλότερο ποσοστό διοξίνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 9 φορές κάτω από το μέσο ευρωπαικό (συγκεκριμένα 0,47pg/g έναντι 4 pg/g των ευρωπαϊκών).

Γαρίδες εκτροφείου – Επικίνδυνες για το οικοσύστημα

Κατά την εκρηκτική αύξηση των ιχθυοτροφείων που σημειώθηκε στις δεκαετίες του 1980 και 1990, οι καλλιέργειες γαρίδας αυξήθηκαν δραματικά, κυρίως σε περιοχές της Νοτιοανατολικής Ασίας. Σήμερα, η πλειοψηφία των γαρίδων που καταναλώνονται στην Αμερική προέρχεται από εκτροφεία. Το πρόβλημα είναι ότι η ραγδαία ανάπτυξη της βιομηχανίας παραγωγής γαρίδων και το ανεπαρκές νομοθετικό πλαίσιο στις αναπτυσσόμενες χώρες οδήγησαν στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, στη μόλυνση των υδάτων, ακόμη και στην υποβάθμιση της ποιότητας του εδάφους.

MHLOS

Σύμφωνα με την αναφορά του 2001 της Ομάδας Περιβαλλοντικής Προστασίας της Ουάσιγκτον, τα εκτροφεία γαρίδων έχουν συμβάλει και αυτά στην μείωση των πληθυσμών ορισμένων ειδών ψαριών παγκοσμίως. Τα εκτροφεία γαρίδων καταλαμβάνουν εκτάσεις κατά μήκος παράλιων μακρόβιων δασών, που αποτελούν σημαντικά οικοσυστήματα για ορισμένα είδη άγριων ψαριών, τα οποία αναπαράγονται ανάμεσα στις ρίζες των παραπάνω δέντρων. Η εντατική εκμετάλλευση αυτών των εκτάσεων από τα εκτροφεία έχει ως συνέπεια την περιβαλλοντική μόλυνση και τη διάδοση επιδημιών που επιδρούν αρνητικά στις περιοχές αναπαραγωγής των ψαριών. Επιπλέον, τα άγρια ψάρια που ζουν κοντά σε αυτά τα εκτροφεία αλιεύονται και χορηγούνται ως τροφή στις γαρίδες.

Ο δρ. Καρλ Σαφίνα, αντιπρόεδρος του Προγράμματος για τη Ζωή στους Ωκεανούς του Εθνικού Ιδρύματος Audubon σημειώνει: «Καμία από τις οικολογικές ομάδες δεν είχε αρχικά εστιάσει στη θαλάσσια ζωή. Χρειάζεται πολύ δουλειά για να εξασφαλιστεί η μακροβιότητα των θαλάσσιων οργανισμών και η υγεία των ωκεανών μας”.Έρευνες έδειξαν ότι ακόμα και η υγεία των ψαριών έχει χειροτερέψει δραματικά τα τελευταία χρόνια. Το 2002, η διεύθυνση Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), εξέδωσε μια προειδοποίηση σύμφωνα με την οποία όλες οι εγκυμονούσες πρέπει να αποφεύγουν εντελώς τέσσερα είδη ψαριών: καρχαρία, ξιφία, σκουμπρί και λευκό μπακαλιάρο. Αποδείχτηκε ότι αυτά τα ψάρια αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες υδραργύρου, που μπορούν να προκαλέσουν συγγενείς ανωμαλίες στα βρέφη. Άλλα ήδη ψαριών έχει αποδειχτεί ότι έχουν υψηλά ποσοστά περιβαλλοντικών ρυπαντών, όπως είναι οι διοξίνες και τα πολυχλωριούχα διφαινύλια (PCB).

Τόσο για την υγεία μας όσο και για τη μακροπρόθεσμη εξασφάλιση ειδών στο εμπόριο, η καλύτερη επιλογή είναι τα ψάρια που αλιεύονται με φυσικό τρόπο. Επιπλέον, έχουν καλύτερη γεύση από τα ψάρια ιχθυοτροφείου. Τα περισσότερα είδη των ελεύθερων ψαριών έχουν συνολικά λίγα λιπαρά και πολλές πρωτεΐνες. Επίσης, προσφέρουν μεγάλες ποσότητες σιδήρου και βιταμίνης Β12, καθώς και ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, που κάνουν καλό στην καρδιά.

Γενικά οι καλύτερες επιλογές σε ψάρια ιχθυοτροφείου είναι εκείνες που γίνονται από κλειστά ιχθυοτροφεία, όπως λιμνούλες ή δεξαμενές, που δεν προκαλούν περαιτέρω μόλυνση. Ευτυχώς, υπάρχουν είδη ψαριών ιχθυοτροφείου που δεν είναι τόσο επικίνδυνα, όπως το γατόψαρο, η τιλάπια, η ιριδίζουσα πέστροφα και το γραμμωτό λαβράκι.

Η επιλογή μας είναι σημαντική

Οι επιλογές μας στο ψάρι είναι εκείνες που επηρεάζουν τη ζήτηση, άρα και το ποια είδη ψαριών παραγγέλνονται από τους παραγωγούς για τα εστιατόρια και τα καταστήματα ειδών διατροφής.
Το 1997, ομάδες οικολόγων και καταναλωτών βοήθησαν στην εξάπλωση του συνθήματος προστασίας του ξιφία του Βόρειου Ατλαντικού, φωνάζοντας «Δώστε μια ευκαιρία στον Ξιφία”. Από τότε μειώθηκε ο αριθμός των καταναλωτών και των σεφ που αγοράζουν και σερβίρουν αυτό το είδος ψαριού, και σιγά σιγά ο ξιφίας στο Βόρειο Ατλαντικό άρχισε να αναπληρώνεται πληθυσμιακά. Το ίδιο συνέβη με μια παρόμοια καμπάνια με τον τίτλο «Δώστε μια ευκαιρία στην πέρκα Χιλής”, η οποία ενημέρωνε τους καταναλωτές ότι αυτό το είδος είχε υπεραλιευτεί.

Προσοχή:
– Προτιμήστε αυστηρά, είδη ψαριών που έχουν αλιευτεί με βιώσιμη μέθοδο όπως πετονιά και σύρτη και όχι με τράτα και γρίπο.

– Ως γενικός κανόνας ισχύει ότι τα μεγάλα ψάρια που ζουν περισσότερο, όπως ο καρχαρίας, ο ξιφίας και ο τόνος, συγκεντρώνουν στους ιστούς τους μεγαλύτερες ποσότητες ρυπαντών, όπως οι διοξίνες και τα PCB. Προτιμάτε τα μικρότερα ψάρια, όπως το κοκκινόψαρο και τον μπακαλιάρο, καθώς έτσι μειώνετε τον κίνδυνο έκθεσής σας σε αυτές τις τοξίνες.

– Κάποια από τα λιγότερο προβληματικά είδη ψαριών, είναι ο άγριος σολομός Αλάσκας, ο ροζ σολομός κονσέρβας, ο τόνος με τη λευκή σάρκα, το σκουμπρί Ατλαντικού, οι σαρδέλες, ο γάβρος και η ρέγκα.

Πηγή πληροφοριών: David Joachim & Rochelle Davis “Fresh choices”

[Total: 4    Average: 4/5]