ΙΣΛΑΜ – Ρίζες, Ιστορική πορεία και Θρησκειολογική επισκόπηση (Μέρος Α)

Κείμενο: Θεανώ Γαρμπή

Οι σημερινές συνθήκες στις οποίες βιώνουμε, είναι εκείνες του φόβου και της ανασφάλειας.

Ζούμε την εποχή της τρομοκρατίας, όπου η μουσουλμανική θρησκεία κατηγορείται άμεσα.

Μια συνοπτική, σφαιρική γνώση της ισλαμικής θρησκείας είναι αναγκαία, σχετικά με το ξεκίνημα της, τους πρωταγωνιστές, τις βασικές αρχές, την ιστορική της πορεία, καθώς και του μουσουλμανικού πολιτισμού και το ρόλο αυτών, στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Για εμάς τους Έλληνες έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι επί αιώνες η ιστορία μας έχει ζυμωθεί με πιέσεις και ανακατατάξεις ισλαμικών δυνάμεων. Πολλές ελληνικές κοινότητες -στην Τουρκία, Αίγυπτο και αλλού- ζουν μέσα σε μουσουλμανικό περιβάλλον, ενώ γεωγραφικά, βρισκόμαστε πάνω στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ χριστιανικού και ισλαμικού κόσμου.

Ελπίζουμε το άρθρο αυτό να συμβάλει στην ευρύτερη ενημέρωση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού επί των βασικών πλευρών μιας θρησκείας, η οποία επηρέασε αποφασιστικά την ιστορία του κόσμου -συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας λαού- και εξακολουθεί σήμερα να ρυθμίζει τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων…

Θα εξετασθούν οι ρίζες του Ισλάμ, η προϊσλαμική περίοδος, ο Μωάμεθ, το Κοράνιο, οι παραδόσεις.

Μετά τα συνταρακτικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη και τις πολυσήμαντες τραγωδίες στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, το ενδιαφέρον για το Ισλάμ και τις πολιτικές προεκτάσεις του έχει διεθνώς αυξηθεί. Σχετικά βιβλία και άρθρα δημοσιεύονται αδιάκοπα, φορτωμένα πληροφορίες και φορτισμένα με ποικίλα αισθήματα ανησυχίας για το μέλλον.

Τα ισλαμικά κράτη επηρεάζουν σήμερα την παγκόσμια πολιτική και οικονομική ζωή. Εκτός από την περιπέτεια του πετρελαίου, αξιοπρόσεκτη είναι επίσης και η γενικότερη ιδεολογική τοποθέτηση του μουσουλμανικού κόσμου, ο οποίος υπό την ηγεσία των Αράβων ορθώνεται ως τρίτη πνευματική δύναμη μεταξύ του καπιταλιστικού και του κομμουνιστικού συστήματος.

%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%b5%cf%8d%cf%87%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%b5%cf%83%ce%ba%ce%af-%cf%84%ce%b6
Μουσουλμάνος προσεύχεται στο Εσκί Τζαμί της Κομοτηνής, στραμμένος προς τη Μέκκα, όπως επιτάσσει η παράδοση

Η κρίση του πετρελαίου, του αίματος της τεχνοκρατικής κοινωνίας, έφερε στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας τον αραβικό κόσμο, ενώ τα γεγονότα της Μέσης Ανατολής τόνισαν γενικότερα την πολιτική και θρησκευτική οντότητα των ισλαμικών κρατών.

Για την ορθή κατανόηση των αντιδράσεων και του ρυθμού ζωής των μουσουλμανικών λαών είναι απαραίτητη η σοβαρή γνώση της θρησκείας, η οποία έχει διαποτίσει την ιστορική συνείδησή τους και έχει ουσιαστικά καθορίσει τη νομική, πολιτική, οικονομική και ηθική σκέψη και στάση τους.

Παρά τη ζωτική σημασία, την οποία είχε για την ιστορική εξέλιξη του Ελληνισμού το Ισλάμ, και παρά το γεγονός ότι επί αιώνες οι Έλληνες έζησαν πλησίον ή εν μέσω μουσουλμανικών πληθυσμών, δεν έχει δημοσιευθεί στα ελληνικά ενημερωτικό έργο περί Ισλαμισμού.

Το Βυζάντιο είχε αντιρρητικό κυρίως χαρακτήρα, υπογραμμίζοντας τις αδυναμίες της θρησκείας που θεμελίωσε ο Μωάμεθ, ενώ κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν ήταν δυνατόν να γίνει αντικειμενική έρευνα και παρουσίαση της θρησκείας του κατακτητή.

Η έλλειψη βοηθήματος περί Ισλάμ, ζωτικής σημασίας για το Ελληνικό κράτος να γνωρίζει το θρήσκευμα μιας μειονότητας που ζει εντός του, αλλά και ως θρησκεία των φίλων ή αντιπάλων γειτόνων μας.

Η λέξη “Ισλάμ” ήταν κατά την προ ισλαμική περίοδο σε χρήση στο εμπορικό λεξιλόγιο των ανθρώπων της Μέκκας και σήμαινε τη “συμφωνία”, τη “συνθήκη”, τον λόγο τιμής για το κλείσιμο των υποθέσεων. Ο Μωάμεθ με το κήρυγμά του έδωσε νέο περιεχόμενο και δύναμη στον παλιό όρο, χρησιμοποιώντας τον από την πρώτη φάση της δράσεώς του, για να δηλώσει την υπαρξιακή υπακοή στην κλήση του Αλλάχ και να προσδιορίσει τον σκοπό και τον προσανατολισμό των οπαδών του.

Όσοι αποδέχονται αυτήν τη μορφή σχέσεως με τον Θεό ονομάζονται Muslim, δηλαδή μουσουλμάνος. Η αραβική φράση “είμαι μουσουλμάνος”, στο βάθος της σημαίνει “είμαι παραδομένος στον Κύριο”. Ο Μωάμεθ και οι πρώτοι οπαδοί του ονόμαζαν τους εαυτούς τους muslim, διακηρύσσοντας έτσι, ότι ως βασικό τους χαρακτηριστικό θεωρούσαν την ολοκληρωτική αφοσίωση τους στον Θεό και ότι το μήνυμά τους ήταν ένας νέος, ορθός τρόπος ζωής του λαού, δηλαδή Ισλάμ “υποταγή στον Θεό”.

Με τον καιρό ο όρος Ισλάμ έχασε την αρχική του θρησκευτική θερμότητα και ένταση και έγινε -ιδίως στις εκτός του αραβικού κόσμου γλώσσες- το όνομα ενός θρησκευτικού συστήματος ιδεών, νόμων, πράξεων, το όνομα μιας θρησκείας.

Στην ελληνική γλώσσα, για τον προσδιορισμό της εν λόγω θρησκείας χρησιμοποιούνται επίσης, οι όροι Ισλαμισμός και Μωαμεθανισμός. Ο τελευταίος ενοχλεί τους μουσουλμάνους, διότι δεν λατρεύουν τον Μωάμεθ, όπως οι χριστιανοί τον Χριστό, ούτε τον θεωρούν κέντρο της ευσέβειας τους, όπως οι βουδιστές τον Βούδα, αλλά απλώς ακολουθούν τη διδασκαλία του.

Θρησκεία με οπαδούς άνω του ενός δισεκατομμυρίου

Παρά τις διαφορές που διαπιστώνονται στις στατιστικές των θρησκειών, γεγονός είναι ότι ο συνολικός αριθμός των μουσουλμάνων τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα αυξήθηκε σημαντικά. Το 1991, υπολογίζονταν ότι ήταν περίπου 971.328.700. Το 2000 θα φτάσουν τα 1.215 εκατομμύρια, γεγονός που σημαίνει ότι στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα από 15% έφθασαν σχεδόν στο 20% του πληθυσμού της γης. Σε πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας έχουν την απόλυτη πλειοψηφία.

islami-duvar-kagitlari-masaustu-bilgisayar-dini-fotograflar-9
Μέκκα, Σαουδική Αραβία. Προσευχή (ταραχουϊχ) γύρω από την Κάαμπα, στο Ιερό Τζαμί. Η ανακαίνισή του και η επέκτασή του, ολοκληρώθηκε το 1995. Στη διάρκεια του μήνα Ραμαντάν -μήνα της νηστείας- περίπου τρία εκατομμύρια πιστοί από όλο το κόσμο έρχονται στη γενέτειρα του Προφήτη Μωάμεθ

Ολόκληρη ή τεράστια ζώνη, που εκτείνεται από τον Βόλγα προς βορρά μέχρι τη Μαδαγασκάρη προς νότο και από το Καράτσι του Πακιστάν ανατολικά μέχρι το Ντακάρ της Σενεγάλης δυτικά, είναι ισλαμική, ενώ ανατολικότερα δεσπόζει ο μουσουλμανικός όγκος της Ινδονησίας. Εκτός αυτού, η σύγχρονη μεγάλη μετανάστευση πληθυσμών -κυρίως προς τον Δυτικό κόσμο- έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία μουσουλμάνων σε περισσότερες από 184 χώρες.

Το Ισλάμ δεν κέρδισε έδαφος μόνο σε περιοχές όπου επικρατούσε η ειδωλολατρία. Επεκτάθηκε και μέσα σε εδάφη των μεγάλων θρησκειών. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να παραθεωρείται από τους χριστιανούς, διότι αποκαλύπτει, εκτός από από το στρατιωτικό, ένα εσωτερικό θρησκευτικό δυναμισμό.

Σύγχρονη επιρροή

Στην εποχή μας παρατηρείται μια αναγεννητική πνοή εντός του Ισλάμ, τόσο στις παραδοσιακά μουσουλμανικές αραβικές χώρες, όσο και στις νέες κτήσεις του, κυρίως στη λεγόμενη “μαύρη Αφρική”. Με την πρόσμειξη διαφόρων πολιτικών κινήτρων, τα οποία κατά την ισλαμική αντίληψη δεν βρίσκονται σε αντίθεση με τα θρησκευτικά, και υπό την καθοδήγηση αραβικών κυβερνήσεων, που ενδιαφέρονται να έχουν επιρροή στη μαύρη ήπειρο, συντελείται έντονη προσπάθεια για την ευρύτερη διάδοση του κηρύγματος του Μωάμεθ. Ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί μουσουλμανικών κρατών αφιερώνουν πολλές εκπομπές για τη διάδοση του Ισλάμ.

Μουσουλμάνοι διανοούμενοι διδάσκουν στα νέα πανεπιστήμια της Αφρικής, επεκτείνοντας την επίδρασή τους στους κύκλους των μορφωμένων. Από διάφορους μουσουλμανικούς παράγοντες ηχογραφούνται χιλιάδες δίσκοι με αποσπάσματα από το Κοράνιο για να ακουσθούν στα βάθη της αφρικανικής ζούγκλας και στις διάφορες ασιατικές χώρες.

Εκτός από την εξωτερική αυτή οργάνωση και δραστηριότητα, η εξάπλωση του Ισλάμ διευκολύνεται και από λόγους καθαρά εσωτερικούς. Η θεωρητική διδασκαλία του είναι λιτή, στοιχειώδης. Η ηθική του αποδέχεται θεσμούς -όπως η πολυγαμία- που επικρατούν από αιώνες μεταξύ των Αφρικανών. Η προέλευση στο Ισλάμ δεν προσκρούει σε πολλές απαιτήσεις, δεν ζητείται “ριζική αλλαγή”. Αλλά και στην Ευρώπη η παρουσία των μουσουλμάνων, κυρίως με τα κύματα των μεταναστών, αυξάνει συνεχώς.

%ce%bf%ce%b9-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bd%ce%b7%cf%84%ce%ad%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%bd%ce%b1%cf%8c-%cf%84%ce%bf%cf%85-al-kazim-%cf%83%ce%b9%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%84
Οι προσκυνητές στο ναό του al-Kazim σιιτικό τέμενος στη Βαγδάτη, σχεδόν ανέγγικτο από τον πόλεμο

Η γνώση και έρευνα του Ισλάμ από τους μη μουσουλμάνους

Η εξάπλωση του Ισλάμ είχε ως άμεση συνέπεια τη σύγκρουση με τη βυζαντινή αυτοκρατορία, η οποία επί αιώνες αντιμετώπισε την ορμή του και τελικά καταλύθηκε από τις μουσουλμανικές δυνάμεις. Οι βυζαντινοί δεν περιορίσθηκαν στη στρατιωτική αναμέτρηση, αλλά προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το Ισλάμ και σε θεωρητικό επίπεδο.

Διαγραμματικά μπορούμε να διακρίνουμε μια εξέλιξη στη στάση των Βυζαντινών έναντι του Ισλάμ:

  • Κατά την πρώτη φάση (8ος αιώνας μέχρι τα μέσα του 9ου αιώνα) η διάθεσή τους υπήρξε μάλλον σκωπτική και υποτιμητική. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός έβρισκε τα δόγματα του Ισλάμ “γέλωτος άξια” και ο επίσκοπος Καρρών Θεόδωρος το χαρακτήρισε “άθεον και δυσσεβής δόγμα”. Και οι δύο γνώριζαν το Κοράνιο από το πρωτότυπο και ζούσαν ανάμεσα σε μουσουλμανικό πληθυσμό.
  • Κατά τη δεύτερη φάση (μέσα 9ου αιώνα έως 13 αιώνα), με ορμητήριο την Κωνσταντινούπολη, η επίθεση των Ορθόδοξων εντάθηκε και το Ισλάμ κατηγορήθηκε ως θρησκεία ασυνάρτητη.
  • Η τρίτη φάση (14ος-15ος αιώνας) διακρίνεται από ηπιότητα και αντικειμενικότητα. Αυτή η διάθεση κατανόησης υποχώρησε σταδιακά μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σύμφωνα με το κλίμα της εποχής εκείνης, η στάση των Βυζαντινών υπήρξε γενικά αντιρρητική, διότι τα θρησκευτικά ζητήματα ήταν θέματα ζωής και όχι θέματα έρευνας.

Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις τις οποίες έχουν σήμερα οι ισλαμολόγοι για τις βυζαντινές πληροφορίες και την τάση τους προς την υπερβολή, πρέπει να σημειωθεί ότι:

Πρώτον, οι βυζαντινοί είχαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τις περισσότερες γνώσεις για το Ισλάμ, από όλους τους μη μουσουλμάνους και μάλιστα από το ξεκίνημά του.

Δεύτερον, η πρώτη μετάφραση και σύνοψη τμημάτων του Κορανίου έγινε στα ελληνικά από τον Νικήτα Βυζάντιο. Το δυσάρεστο είναι ότι ο Βυζάντιος πρόσθεσε αυθαίρετες ερμηνείες του Κορανίου παραβιάζοντας το νόημα των στίχων του.

Τρίτων, κατά το τέλος της βυζαντινής περιόδου η πολεμική και αντιρρητική ορμή δίνει τη θέση της στη διάθεση για σοβαρότερο θεολογικό διάλογο.

Έτσι, οι Βυζαντινοί μπορούν να θεωρηθούν εισηγητές και πρόδρομοι του χριστιανο-ισλαμικού “διαλόγου”, ο οποίος στις μέρες μας προωθείται σε παγκόσμια κλίμακα.

Το πάθος, όμως, των Βυζαντινών κατά του Ισλάμ μετέφερε στη Ρωσία ο Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556), ο οποίος από τους πρώτους έγραψε στα ρωσικά κατά του Ισλάμ.

Γενικά, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας διακόπηκε ο νηφάλιος “διάλογος”, ο οποίος είχε αρχίσει κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Για τους Έλληνες χριστιανούς ήταν πλέον η ώρα της μακρόχρονης σιωπής και για τους μουσουλμάνους, η ώρα του από θέσεως ισχύος “μονολόγου”.

Ενώ οι Βυζαντινοί, με το να βρίσκονται σε συνεχή γειτνίαση και πολιτιστική σχέση με τους μουσουλμάνους, είχαν την ευκαιρία αμεσότερης επαφής, η μεσαιωνική Δύση, μετά την ανακοπή από τους Φράγκους της αραβικής προελάσεως το 732, συσπειρώθηκε σε κλειστή κοινωνική ομάδα και αντλούσε πληροφορίες για το Ισλάμ μέσω της Ισπανίας και των ιεραποστόλων.

Από την περίοδο αυτή του μεσαίωνα άξια ιδιαίτερης μνείας είναι:

Πρώτον, η συμπλήρωση το 1143 της πρώτης λατινικής μεταφράσεως του Κορανίου.

Δεύτερον, η μετάφραση αραβικών επιστημονικών έργων και η γνώση της μουσουλμανικής φιλοσοφίας.

Τρίτον, η σπουδή της ισλαμικής θεολογίας για ιεραποστολικούς σκοπούς από ικανούς μελετητές.

Με την αναγέννηση και την ανάπτυξη του δυτικού “ανθρωπισμού” η στάση των διανοούμενων προς το Ισλάμ άρχισε να διαφοροποιείται. Από τα μέσα του 16ου αιώνα άρχισαν να κυκλοφορούν ευρύτερα οι μεταφράσεις του Κορανίου. Η λατινική τυπώθηκε το 1543 στη Βασιλεία της Ελβετίας. Το 1547 τυπώθηκε στα ιταλικά, το 1616 στα γερμανικά, το 1641 στα ολλανδικά και το 1649 στα αγγλικά.

Οι μεταφράσεις του Κορανίου περιορίσθηκαν μετά την απαγόρευση του Πάπα Αλεξάνδρου VII, αλλά δεν σταμάτησαν εντελώς. Η επιστημονική σπουδή της αραβικής γλώσσας και ιστορίας άρχισε κατά τον 17ο αιώνα στην Ολλανδία.

Κατά την περίοδο του ευρωπαϊκού “Διαφωτισμού”, λόγω της φιλελεύθερης διαθέσεως των διανοούμενων και της συγκεντρώσεως ακριβέστερων πληροφοριών, άρχισε νέα ενασχόληση με τον Μωάμεθ και τη θρησκεία του. Σημαντικό βήμα για τη σαφέστερη γνωριμία με το Ισλάμ αποτέλεσε η αγγλική μετάφραση του Κορανίου από τον Άγγλο G. Sale (1734).

Ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας του Ισλάμ

Κατά τον 19ο αιώνα άρχισε η συστηματική προώθηση των ισλαμικών σπουδών με μεταφράσεις αραβικών, περσικών και τουρκικών κειμένων, με την έρευνα του πολιτισμού ισλαμικών λαών και με την ενίσχυση διαφόρων εταιρειών και ινστιτούτων.

Μεγάλο βήμα συντελέσθηκε με τη δημοσίευση επιστημονικών πραγματειών που αφορούσαν το πρόσωπο του ιδρυτή του Ισλαμισμού και το Κοράνιο.

Τις αραβικές και ισλαμικές σπουδές ανέπτυξαν επίσης οι Ρώσοι, οι οποίοι, σημειωτέον, μετά από τη μογγολική κατάκτηση (1240) αντιμετώπισαν ισχυρές μουσουλμανικές πιέσεις, ενώ αργότερα ενδιαφέρθηκαν για την προσέλκυση των μουσουλμανικών πληθυσμών της Ρωσίας στον Χριστιανισμό.

Στη χώρα μας δεν καλλιεργήθηκε συστηματικά η έρευνα για το Ισλάμ ως θρησκεία. Κυρίως απασχόλησαν τους Έλληνες ιστορικούς οι σχέσεις Βυζαντινών και Αράβων, Βυζαντινών και Τούρκων και ιδιαίτερα η περίοδος της Τουρκοκρατίας.

Με τη μελέτη πολλών βασικών θεμάτων του Ισλάμ ασχολήθηκαν κατά τον 20ο αιώνα και διαπρεπείς μουσουλμάνοι διανοητές, κυρίως για να αναιρέσουν ή να διορθώσουν τις κατά τη γνώμη τους ακρότητες της δυτικής επιστήμης. Γενικά οι μουσουλμάνοι βλέπουν με καχυποψία τις έρευνες των δυτικών “ανατολιστών” και πολλές φορές δεν κρύβουν την επιφυλακτικότητα και εχθρότητά τους.

Πηγές

Ο αριθμός των βιβλίων και άρθρων που έχουν δημοσιευθεί για το Ισλάμ υπολογίζεται σε δεκάδες χιλιάδες και συνεχώς μεγαλώνει. Οι βασικές περί Ισλάμ πηγές είναι γραμμένες στα αραβικά.

Από αυτές, το θεμελιώδες ιερό κείμενο των μουσουλμάνων, το Κοράνιο, έχει μεταφραστεί επανειλημμένως σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιείται ως βάση η από το πρωτότυπο ελληνική μετάφραση του Πεντάκη (Γ. Πεντάκη, Κοράνιον-μεταφρασθέν εκ του αραβικού κειμένου, έκδοση Α, Κωνσταντινίδης-Αθήνα 1886).

Θεμελιώδους σημασίας έργο για όλους τους τομείς της ιστορίας και του πολιτισμού του Ισλάμ είναι “Η Εγκυκλοπαίδεια του Ισλάμ”. Εκδόθηκε από τον ολλανδικό εκδοτικό οίκο Brill μεταξύ των ετών 1913-1938 σε τέσσερις τόμους και ένα Συμπλήρωμα στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά.

Πρόκειται για έργο εξαιρετικής ποιότητα από κάθε πλευρά. Η Εγκυκλοπαίδεια επανεκδίδεται, από τον ίδιο οίκο, σε δεύτερη έκδοση το 1954 και στα αγγλικά.

Από την πληθώρα των έργων που κυκλοφορούν στο εξωτερικό, είναι φανερό ότι, το σοβαρότερο πρόβλημα για μια θρησκειολογική επισκόπηση, δεν είναι η συλλογή υλικού, αλλά η ορθή κατανόηση, ανάλογα με τις προϋποθέσεις του κοινού στο οποίο απευθύνεται.

Πολλές επιμέρους απόψεις και ειδήσεις στις εν χρήσει μονογραφίες είναι αμφίβολες και αμφισβητούνται σοβαρά από άλλους ειδικούς. Ακόμη και διαπρεπείς επιστήμονες διορθώνουν βασικές τους θέσεις σε μεταγενέστερες εκδόσεις. Η τάση που δεσπόζει μεταξύ των ερευνητών είναι να αποφεύγονται τόσο η υποτίμηση όσο και η εξιδανίκευση των προσώπων και καταστάσεων και η προσπάθεια να εξετάζονται τα θέματα με αμεροληψία.

Όταν όμως πρόκειται για θρησκευτικές πεποιθήσεις, η “αντικειμενικότητα” είναι αμφίβολη και προβληματική και συνήθως φέρει τη σφραγίδα του υποκειμενισμού του ερευνητή.

Κατά κανόνα, αποφεύγονται ή σβήνονται σε επόμενες εκδόσεις, εκφράσεις έντονες όπως ο J.B.Noss χρησιμοποίησε στην τρίτη έκδοση του εγχειριδίου του για την Ιστορία των Θρησκευμάτων (Man Religious-London 1971), όπως “η διάδοση του Ισλάμ έγινε με τη φοβερή συνέργεια πυρός και σιδήρου”.

Συγχρόνως προστίθενται αναλύσεις άλλες, που δίνουν θετικότερη εικόνα για το Ισλάμ. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει τους πιστούς μουσουλμάνους να είναι σκεπτικοί και πολεμικοί απέναντι στους αναγνωρισμένους στη Δύση μεγάλους ισλαμολόγους.

j-j-reiske
Ο J.J Reiske (1774), ήταν ο θεμελιωτής της Αραβολογίας, ο οποίος πραγματοποίησε τον συντονισμό της μελέτης μεταξύ ισλαμικής και παγκόσμιας ιστορίας.

Βασικά θρησκευτικά στρώματα που τροφοδότησαν το Ισλάμ

Η αραβική χερσόνησος περιστοιχιζόταν από χώρες που είχαν αναπτύξει υψηλής στάθμης πολιτισμούς. Κατά την εποχή της δράσεως του Μωάμεθ την είχαν διαποτίσει, από όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις, παντός είδους πολιτιστικές και θρησκευτικές επιρροές.

Η Αραβία πριν από την εμφάνιση του Ισλάμ δεν παρουσίαζε ενότητα. Από πολιτικής πλευράς την εποχή εκείνη οι Άραβες έμοιαζαν με πολύμορφο μωσαϊκό, ενώ οι έμποροι της Μέκκας, την εποχή κατά την οποία εμφανίζεται ο Μωάμεθ, είχαν πολλές σχέσεις με τους Βυζαντινούς, τους Πέρσες, τους Αβησσυνούς, σχημάτιζαν εταιρείες, οι οποίες αναλάμβαναν την οργάνωση καραβιών για τη μεταφορά των εμπορευμάτων.

Οι δρόμοι που διέσχιζαν την αραβική έρημο δεν διευκόλυναν μόνο τη μεταφορά εμπορευμάτων, αλλά και ποικίλων ιδεών και θρησκευτικών δοξασιών. Το Κοράνιο αναφέρεται επανειλημμένα σε τρεις τύπους θρησκειών: τη λαϊκή πατροπαράδοτη ειδωλολατρία, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Από αυτές, άλλα στοιχεία τα υιοθετεί και άλλα τα καταπολεμά με σφοδρότητα και τα απορρίπτει.

Τα μουσουλμανικά κείμενα συνήθως αναφέρονται στην προ του Μωάμεθ περίοδο, ως “χρόνο αγνωσίας”, “αμάθειας”, “Βαρβαρότητας”, και γενικώς εκφράζονται περιφρονητικά για αυτήν.

Υπάρχουν ωστόσο πολλές ενδείξεις, ότι πλούσια κοιτάσματα σπουδαίου υλικού περιμένουν τις αρχαιολογικές έρευνες για να βγουν στο φως και να αποκαλύψουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πλευρές του αραβικού παρελθόντος. Όμως οι διάφορες κυβερνήσεις της Σαουδικής Αραβίας έχουν φέρει πολλά εμπόδια στις αρχαιολογικές ανασκαφές και εξερευνήσεις.

Έτσι, οι γνώσεις μας για την πολιτιστική εικόνα της προϊσλαμικής Αραβίας είναι περιορισμένες, στηριζόμενες κυρίως σε φιλολογικές πηγές και περιγραφές τολμηρών ταξιδιωτών που κατόρθωσαν να διεισδύσουν σε απαγορευμένες στους ξένους περιοχές.

Σοβαρές φιλολογικές πηγές είναι τα ποιητικά έργα, τα οποία διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα από την προφορική παράδοση και καταγράφηκαν αργότερα, κατά την ισλαμική περίοδο.

Βασικό στρώμα, από το οποίο άντλησε θεμελιώδη στοιχεία το Ισλάμ, υπήρξε η αραβική θρησκεία. Αυτή εμφανίζεται στο σύνολό της πολυθεϊστική σε συνδυασμό με κάποιες ενοθεϊστικές και μονοθεϊστικές τάσεις. Οι μουσουλμάνοι δεν ενδιαφέρθηκαν για τη διατήρηση σαφούς εικόνας του αραβικού πολιτιστικού και θρησκευτικού παρελθόντος, ενώ υποτιμήθηκαν και οι υπάρχουσες διηγήσεις και παραδόσεις, για να έρθει το “φως” που έφερε η διδασκαλία του Προφήτη.

Κλασική πηγή για την αρχαία αραβική θρησκεία παρέμεινε το “βιβλίο των ειδώλων”, γραμμένο κατά την πρώτη ισλαμική περίοδο και έμμεση πηγή το Κοράνιο λόγω της κριτικής που ασκεί. Την εικόνα συμπληρώνουν διάφορες αρχαίες επιγραφές. Η αραβική θρησκεία είχε πολυθεϊστική δομή και πολυπληθές πάνθεο.

Κατά την εποχή του Μωάμεθ, ήταν γνωστός στους ειδωλολάτρες κατοίκους της Μέκκας ως ύψιστος Θεός του Ουρανού ο Αλλάχ. Χωρίς αυτήν τη γνώση το κήρυγμα του Κορανίου δεν θα γινόταν κατανοητό. Από διάφορες επιγραφές που βρέθηκαν στην Αραβία είναι σαφές ότι το όνομα Αλλάχ σήμαινε τον Θεό. Οι χριστιανοί Άραβες της Συρίας, οι Γασανίδες, χρησιμοποιούσαν το όνομα του Αλλάχ για τον ένα Θεό.

voltaire
Ο Βολταίρος, ενώ σε ένα έργο του εμφανίζει τον Μωάμεθ ως υποκριτή (Mahomet ou le Fatalisme, 1741), σε άλλο τον επαινεί ως νομοθέτη και κυβερνήτη (Essai sur les moeurs, 1756).

Το Κοράνιο σε πολλά σημεία προϋποθέτει ότι και οι αντίπαλοι του Μωάμεθ δέχονται τον Αλλάχ ως δημιουργό του κόσμου, χορηγό της ζωής, προνοητή, αλλά τους κατηγορεί ότι δεν τον πιστεύουν ως μοναδικό, απορρίπτοντας πλήρως τους άλλους Θεούς.

Η σκέψη των ερευνητών προσανατολίζεται περισσότερο προς τις εξής δυο εκδοχές: ή οι αραβικές αντιλήψεις περί Αλλάχ ανταποκρίνονται προς μια μονοθεϊστική τάση που διαπιστώνεται σε πάρα πολλές, ιδίως νομαδικές φυλές, ή ότι υπήρξε επίδραση από τις μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμό και Χριστιανισμό) γειτονικών λαών, οι οποίοι από αιώνες είχαν επαφή με τους Άραβες.

Στη θρησκευτικότητα του λαού, πάντως, δέσποζε μια πολυθεϊστική πίστη και η πρακτική έκφρασή της στρεφόταν γύρω από διάφορα ιερά. Παρά την αντίληψη ότι η κατοικία της θεότητας είναι ο ουρανός, συγχρόνως πιστεύονταν πως οι “Θεοί” είχαν ως κατοικία τους δέντρα, πηγές και κυρίως λίθους, ενώ ένας βραχώδες συγκρότημα θα μπορούσε να θεωρηθεί θεϊκός τόπος.

Αφιέρωναν στη θεότητα καμήλες και πρόσφεραν αιματηρές θυσίες. Το αίμα των θυμάτων χυνόταν πάνω στο λίθο -ο οποίος είχε θέση συμβόλου της θεότητας και θυσιαστηρίου- και οι λάτρεις χόρευαν γύρω του. Υπήρξαν και ανθρωποθυσίες.

Από τα χαρακτηριστικότερα λατρευτικά έθιμα ήταν τα προσκυνήματα στους ιερούς τόπους και ιδίως στη Μέκκα. Πολλά χαρακτηριστικά στοιχεία, τα οποία και σήμερα συνιστούν βασικά τμήματα του πανισλαμικού προσκυνήματος, αποτελούσαν δομικά στοιχεία και των προϊστορικών προσκυνημάτων.

Ήθη

Η συμπαράσταση στον ταξιδιώτη θεωρούνταν ιερό καθήκον και η φιλοξενία μια από τις σπουδαιότερες αρετές του αραβικού λαού.

Η πατριαρχική δομή της ευρύτερης οικογένειας και η ευθύνη όλης της ομάδας για την προστασία ενός μέλους της, εκδηλωνόταν κυρίως με τη συνήθεια της αντεκδικήσεως (βεντέτα).

Στην περίπτωση που γινόταν φόνος εντός της πατριάς, ο δολοφόνος δεν έβρισκε βοήθεια ή προστασία από κανέναν. Εάν διέφευγε, ετίθετο εκτός νόμου -πράγμα φοβερό για αυτόν, διότι εκείνος που έχανε τη φυλετική του ιθαγένεια λογιζόταν από όλους ως “αλλόφυλος”, χαρακτηρισμός ο οποίος στην πράξη ήταν συνώνυμος του “εχθρού”. Το αίμα του φονευθέντος απαιτούσε να χυθεί το αίμα αυτού που διέπραξε τον φόνο ή συγγενούς του.

Ο ρόλος του εκδικητή άνηκε κατά πρώτο λόγο στο στενότερο συγγενή του θύματος και επεκτεινόταν σε οποιοδήποτε μέλος της προσβεβλημένης πατριάς.

‘Έτσι ετίθετο σε λειτουργία ο αδυσώπητος νόμος της ερήμου, ο νόμος της “βεντέτας”, ο οποίος, στο όνομα “μιας ισορροπίας αίματος”, επί γενεές αφάνιζε πατριές.

Η ανάγκη για ευρύτερη προστασία στις σκληρές εκείνες συνθήκες της ερήμου με μια συγγένεια αίματος -τη μόνη σταθερή και βέβαιη- συνέβαλε στην ανάπτυξη του θεσμού της αδελφοποιήσεως.

Ένας προσφιλής ξένος μπορούσε να γίνει προστατευόμενος μιας υποφυλής, ένας απελεύθερος να ονομαστεί μέλος της οικογένειας του άλλοτε κυρίου του, μια πατριά να θέσει τον εαυτό της υπό την προστασία μιας ισχυρότερης.

Στην προ ισλαμική κοινωνία δέσποζαν η οινοποσία, η πορνεία, οι όρκοι, τα διάφορα τυχερά παιχνίδια. Όσον αφορά τις επιδρομές, αυτές είχαν εξελιχθεί σε ένα είδος φυλετικού “σπορ”.

%ce%b9%cf%81%ce%b1%ce%ba-%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%bb%ce%b9%ce%b5%cf%81%cf%8c%cf%82
Ιράκ

Εβραϊκή επιρροή

Το δεύτερο βασικό στρώμα που τροφοδότησε τις ρίζες του Ισλάμ, υπήρξε η Ιουδαϊκή θρησκεία και παράδοση. Η δραστηριότητα των Ιουδαίων στη χερσόνησο της Αραβίας μαρτυρείται ποικιλοτρόπως από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο αποικισμός τους διευκολύνθηκε να δημιουργηθεί αφενός μεν από τις μεγάλες εθνικές τους συμφορές, και αφετέρου από το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο.

Το μεγαλύτερο μεταναστευτικό κύμα των Ιουδαίων έφθασε στην Αραβία μετά τη διπλή καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους κατά τα έτη 70 και 135 μ.Χ.

Στο νοτιοανατολικό τμήμα της Αραβίας, στην Υεμένη, οι Ιουδαίοι απέκτησαν μεγάλη δύναμη σημειώνοντας εντυπωσιακές επιτυχίες.

Κατά μήκος της εμπορικής αρτηρίας μεταξύ νότιας και βόρειας Αραβίας ήταν επίσης εγκατεστημένοι Ιουδαίοι, οι οποίοι ασκούσαν αποφασιστική οικονομική και πολλές φορές πολιτική επιρροή. Προπύργιο τους ήταν η Μεδίνα, όπου αποτελούσαν σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού και κρατούσαν στα χέρια τους την πνευματικοκοινωνική ηγεσία.

Οι Εβραίοι που κατοικούσαν στην Αραβία, ενώ διατηρούσαν με ζήλο τη θρησκευτική τους ταυτότητα, πολιτικοκοινωνικά δεν ήταν απομονωμένοι από τους Άραβες, η κοινή σημιτική καταγωγή διευκόλυνε την επικοινωνία.

Η μακροχρόνια συμβίωση Αράβων και Εβραίων διευκόλυνε τους μεικτούς γάμους, οι οποίοι δημιούργησαν μια τάξη μιγάδων που έφερε τα ίχνη και των δύο λαών.

Οι Εβραίοι χρησιμοποιούσαν και καλλιεργούσαν την αραβική γλώσσα και φρόντισαν -όπως φάνηκε από τις επιτυχίες τους στην Υεμένη- να διαδώσουν τις ιδέες τους μεταξύ των Αράβων και να δημιουργήσουν προσήλυτους. Έτσι, στην προ ισλαμική κοινωνία διαπιστώνονται έθιμα όπως καθαρμοί, νηστείες, περιτομή, που θυμίζουν ανάλογα ιουδαϊκά, αν και δεν αποκλείεται αυτά να μην υπήρξαν “δανικά” αλλά κληρονομιά απώτερης κοινής καταγωγής.

Στον τόπο της γεννήσεως του Μωάμεθ, τη Μέκκα, υπήρχε κατά τον πρώτο μουσουλμανικό αιώνα αριθμός χριστιανών και Ιουδαίων ιατρών, μουσικών, εμπόρων.

Όταν ο Μωάμεθ απέτυχε με το κήρυγμά του στη Μέκκα, κατέφυγε στην ελεγχόμενη από τους Ιουδαίους πόλη της Μεδίνας για να συνεχίσει τη δράση του.

Βεβαίως, δεν άργησε να ξεσπάσει η αντίθεση. Παρά τη συγγένεια και τη συνεργασία, η οικονομική κυριαρχία και η εκμετάλλευση εκ μέρους των Ιουδαίων καλλιέργησαν την έντονη προς αυτούς αντιπάθεια των Αράβων που αντικατοπτρίζεται σε διάφορους στίχους του Κορανίου.

Το Κοράνιο επιτίθεται εναντίον των Ιουδαϊκών αντιλήψεων “περί ιδιαζούσης θέσεως” και επίσης αναφέρει: “Ο Θεός τους έχει καταραστεί, λόγω της απιστίας αυτών, λίγοι είναι εκείνοι που πιστεύουν.”

Όταν αργότερα οι μουσουλμάνοι απέκτησαν στρατιωτική και πολιτική ισχύ, εκδήλωσαν εμπράκτως τα δυσμενή τους αισθήματα κατά των Ιουδαίων. Πάντως, θετικά ή αρνητικά, φιλικά ή εχθρικά, η εβραϊκή παρουσία σφράγισε τη διαμόρφωση του Ισλάμ και επηρέασε πολλές πλευρές της ιστορίας του.

%cf%84%ce%ad%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%86%ce%b1%cf%84%ce%af%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%b2%ce%ad%ce%b9%cf%84
Τέμενος της Φατίμα στο Κουβέιτ

Χριστιανικές επιρροές

Τρίτο στρώμα θρησκευτικών αντιλήψεων, από το οποίο άντλησε διάφορα στοιχεία το Ισλάμ, υπήρξε ο Χριστιανισμός. Το Κοράνιο περιέχει πολλές νύξεις για τους χριστιανούς, από τις οποίες ορισμένες είναι θετικές και οι περισσότερες είναι αρνητικές. Επιπλέον έχει υιοθετήσει διάφορες ιδέες και διηγήσεις από την Καινή Διαθήκη και τα απόκρυφα Ευαγγέλια.

Η χριστιανική διδασκαλία διήθησε στην αραβική χερσόνησο από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, παρά τη σχετική απομόνωση της χώρας, εξαιτίας των μεγάλων αμμωδών εκτάσεών της.

Νεότεροι ερευνητές υποστηρίζουν ότι “η πρώτη μωαμεθανική κοινότητα, ήταν πιο κοντά στον Χριστιανισμό παρά στον Ιουδαϊσμό”.

Στη βόρεια Αραβία άκμασαν από νωρίς χριστιανικές κοινότητες. Στην περιοχή βρέθηκαν πολλές χριστιανικές επισκοπές. (185-254). Τα αραβικά φύλα (νομάδες), ερχόμενα σε επικοινωνία με τους χριστιανικούς πληθυσμούς, δέχθηκαν βαθμιαίως τον Χριστιανισμό. Πολλοί κληρικοί του Βυζαντίου ενδιαφέρθηκαν για τη διάδοση του Ευαγγελίου στους Άραβες, ιδιαιτέρως όμως τους επηρέασαν οι μοναχοί της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Μεσοποταμίας.

Οι νομάδες χριστιανοί, μετακινούμενοι από τόπο σε τόπο, δεν είχαν δική τους σταθερή εκκλησιαστική οργάνωση. Ήταν εξαρτημένοι από τις εκκλησίες της Συρίας και Μεσοποταμίας, δεν χρησιμοποιούσαν την αραβική ως λειτουργική γλώσσα, αλλά τη συριακή και την ελληνική, ενώ δεν διέθεταν στη γλώσσα τους μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Η κατάσταση βέβαια αυτή δεν διευκόλυνε τον Χριστιανισμό να ριζώσει βαθιά στην αραβική ψυχή.

Περισσότερο, όμως, εμπόδισε την εδραίωσή του η γενικότερη αναστάτωση που επικρατούσε στον χριστιανικό κόσμο εξαιτίας της παρατεταμένης αδυσώπητης πάλης των αιρέσεων.

Οι δογματικές συζητήσεις και συγκρούσεις μέσα στους κόλπους της βυζαντινής εκκλησίας ήταν σε έξαρση την εποχή εκείνη και τιμωρούσαν τους αντιφρονούντες με εξορίες και διώξεις.

Πολλοί διωκόμενοι περνούσαν οικειοθελώς τα σύνορα του Βυζαντίου αναζητώντας καταφύγιο στην αραβική χερσόνησο. Έτσι, οι περιοχές της έγιναν τόπος συναντήσεως αιρετικών προερχόμενων από διάφορες κατευθύνσεις.

islam-prayer
Η μουσουλμανική θρησκεία είναι πολύ διαδεδομένη στην Ινδία

Εξαιρετική ιεραποστολική δραστηριότητα ανέπτυξαν μεταξύ των Αράβων οι μονοφυσίτες και οι νεοστοριανοί. Κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ., στα νότια σύνορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ολόκληρες αραβικές φυλές ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό και ίδρυσαν δύο χριστιανικά κράτη.

Των Γασανιδών, ανατολικά της Παλαιστίνης (δέχθηκε τον Μονοφυσιτισμό) και των Λαχμιδών κοντά στον Ευφράτη (δέχτηκε τον Νεοστοριανισμό). Παρά την αποδοχή του Χριστιανισμού η ηγετική τάξη και των δύο αραβικών κρατών διατηρούσε διάφορα αραβικά έθιμα, μεταξύ των οποίων την πολυγαμία.

Η οξύτητα των θρησκευτικών αντιθέσεων κατά την εποχή εκείνη ήταν τόσο έντονη, ώστε συχνά οι βυζαντινοί αντιμετώπιζαν με δυσπιστία τους Άραβες χριστιανούς συμμάχους τους, λόγω του δόγματός τους, και αντιστοίχως οι τελευταίοι επαναστάτησαν πολλές φορές εναντίον των Βυζαντινών.

Η ιστορία αναφέρει αλυσίδα παρεξηγήσεων, που δηλητηρίασαν τις σχέσεις βυζαντινών και Αράβων και προετοίμασαν τον δρόμο για τη μεταγενέστερη συσπείρωση των Αράβων γύρω από το Ισλάμ.

Βασικό γεγονός πάντως είναι ότι, οι μακροχρόνιες αντιθέσεις μεταξύ ορθόδοξων, μονοφυσιτών, νεστοριανών που ταλαιπώρησαν τον χριστιανικό κόσμο, έδωσαν στους Άραβες μια πολύ συγκεχυμένη εικόνα της χριστιανικής διδασκαλίας και δημιούργησαν σειρά παρανοήσεων σχετικά με τον Χριστό.

Η ανάπτυξη του Χριστιανισμό στην περιοχή, υποδαύλισε το μίσος των Ιουδαίων, οι οποίοι προκάλεσαν άγριο διωγμό κατά των χριστιανών.

Στην αραβική περιοχή Χιτζάζ, όπου άναψε η εστία του Ισλάμ, δεν φαίνεται να αναπτύχθηκαν οργανωμένες χριστιανικές κοινότητες, όπως συνέβη στον βορρά και τον νότο.

Στη Μέκκα και στη Μεδίνα μόνο αποσπασματικά γνώριζαν τον Χριστιανισμό. Ανακαλύφθηκαν εντούτοις ίχνη χριστιανικού νεκροταφείου και μνημονεύονται ονόματα χριστιανών Αράβων ποιητών. Το μόνο βέβαιο είναι ότι υπήρχε επικοινωνία με τον χριστιανικό πληθυσμό του βορρά και του νότου μέσω των εμπορικών αρτηριών.

the-land-of-karbala
Karbala

Επειδή η Χιτζάζ βρισκόταν μακριά από την πολιτική εξουσία τόσο του Βυζαντίου όσο και της Περσίας, εξασφάλισε συνθήκες θρησκευτικής ελευθερίας και είχε γίνει χώρα καταφυγής για ανθρώπους διαφόρων θρησκευτικών δοξασιών κατά τους προ της εμφανίσεως του Μωάμεθ αιώνες. Οι χριστιανοί της Αραβίας αντιπροσώπευαν μωσαϊκό δογματικών πεποιθήσεων και οι θεολογικές τους αντιθέσεις προκαλούσαν τα ειρωνικά σχόλια των Αράβων.

Το Κοράνιο τονίζει: “Βλέπουμε μεταξύ αυτών την έχθρα και το μίσος που θα διατηρηθεί μέχρι τη συντέλεια των αιώνων..”

Η διαίρεση των χριστιανών υπήρξε το ισχυρότερο ανασταλτικό για την εξάπλωση και σταθεροποίηση του Χριστιανισμού στον αραβικό κόσμο, δημιούργησε μεγάλη σύγχυση στους Άραβες, ενώ οι διάφορες παραφθορές του χριστιανικού μηνύματος αντικατοπτρίστηκαν στο ισλαμικό κήρυγμα και συνέτειναν στην τελική διαμόρφωση του Ισλάμ.

Μωάμεθ, ο Απόστολος του Θεού

Για τον Μωάμεθ έχουν γραφεί πολυάριθμα έργα δια μέσου των αιώνων, τα οποία μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: πρώτον, στις βιογραφίες που έγραψαν αφοσιωμένοι οπαδοί του και, δεύτερον, σε αυτές που οφείλονται σε μη μουσουλμάνους επιστήμονες.

Ένα ουσιώδες πρόβλημα, είναι η χρήση του Κορανίου ως βιβλιογραφική πηγή. Για τους μη μουσουλμάνους συγγραφείς, το ιερό βιβλίο του Ισλάμ αποτελεί την κατεξοχήν δεξαμενή ειδήσεων για τον Μωάμεθ. Για τους οπαδούς όμως του προφήτη μια τέτοια υπόθεση θεωρείται βλασφημία και κρίνεται ως εντελώς απαράδεκτη μεθοδολογική αρχή, διότι για αυτούς δημιουργός του Κορανίου δεν είναι ο Μωάμεθ αλλά ο Αλλάχ.

Το Κοράνιο για τους μουσουλμάνους είναι βιβλίο αιώνιο που προ υπάρχει της ιστορίας και δεν εξαρτάται από την προσωπικότητα του προφήτη και τις ιστορικές συνθήκες της ζωής του.

Η μορφή του Προφήτη μαγνήτισε την προσοχή των οπαδών του, όπως ήταν φυσικό, και πολλές διηγήσεις άρχισαν να διαδίδονται από τους συντρόφους του. Η αφήγηση ηρωικών κατορθωμάτων αποτελούσε ανέκαθεν ενασχόληση των Αράβων, η μορφή του ήρωα που τους ένωνε και τους οδήγησε στην οδό της δόξας ήταν επόμενο να γίνει κέντρο των διηγήσεων τους.

Τα πολεμικά κατορθώματα ήταν στο προσκήνιο των ενδιαφερόντων ενός λαού που βρισκόταν διαρκώς στα πεδία των μαχών.

Έτσι διαμορφώθηκαν, κατά τον πρώτο μουσουλμανικό αιώνα, σχετικές με τον Προφήτη συλλογές διηγήσεων, γνωστές ως “φιλολογία”, από την οποία όμως μόνο μικρό τμήμα διασώθηκε.

Οι σιίτες κατηγορούν τους σουνίτες ότι σκοπίμως παραλείπουν ή αλλοιώνουν ορισμένες πληροφορίες για τη ζωή του Προφήτη.

Διάφορα βιογραφικά στοιχεία για τον Μωάμεθ περιλαμβάνονται στις αντιρρητικές πραγματείες των Βυζαντινών. Αυτά, βεβαίως, θεωρούνται απαράδεχτα από τους μουσουλμάνους.

Εντούτοις, παρά τον προφανή πολεμικό χαρακτήρα των έργων αυτών (Οι Βυζαντινοί γνωρίζουν ασφαλώς πολλές σελίδες του βίου του Μωάμεθ, επειδή όμως ασκούν πολεμική και όχι έρευνα, έχουν την τάση να επενδύουν τα γεγονότα με υποτιμητικές φράσεις), είναι ενδιαφέρουσα η παρένθεση κάποιων βυζαντινών απόψεων σχετικά με τον βίο του θεμελιωτή του Ισλάμ, δεδομένου ότι ορισμένα από αυτά προέρχονται από τους πρώτους μουσουλμανικούς αιώνες (8ο και 9ο μ.Χ.)και αντανακλούν τις αντιλήψεις των αντιπάλων της εν λόγω θρησκείας.

badshari
Λαχώρη (Lahore), επαρχία Πουντζάμπ, Πακιστάν. Τζαμί Badshari. Ένα από τα μεγαλύτερα ισλαμικά τεμένη της εποχής του. Χτίστηκε το 1662 από τον αυτοκράτορα Aurangzeb, τον τελευταίο της δυναστείας των Μουγκάλ της Ινδίας.

Το ενδιαφέρον για την προσωπικότητα του Μωάμεθ αναζωπυρώθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα.

Οι παλαιότεροι ιστορικοί, παρά τις κάποιες επιφυλάξεις τους, δέχονται τις προαναφερθείσες μουσουλμανικές πηγές.

Οι δυτικοί ερευνητές είχαν υιοθετήσει την άποψη ότι η παράδοση προσφέρει αμφίβολο υλικό και ότι μόνο το Κοράνιο αποτελεί έγκυρη πηγή για τη βιογραφία του Μωάμεθ.

Άλλοι τόνισαν τις υπάρχουσες ομοιότητες της διδασκαλίας του προς τον συριακό Μονοφυσιτισμό και τις αποχρώσεις που πήρε η μορφή του από την μουσουλμανική ευσέβεια, και άλλη ομάδα ερευνητών υπογράμμισε ιδιαιτέρως την εξάρτηση του Μωάμεθ από τον Ιουδαϊσμό.

Στα ελληνικά εκδόθηκε, μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, από ανώνυμο με το ψευδώνυμο “Ερημίτης”, βιογραφία του Μωάμεθ με χαρακτήρα αντιρρητικό.

Η έντονη αυτή ζύμωση στη Δύση προκάλεσε την αντίδραση των μουσουλμάνων διανοούμενων, οι οποίοι υποστήριξαν ότι οι Ευρωπαίοι με τις επιστημονικές τους μεθόδους αλλοίωσαν την εικόνα του Προφήτη.

Ο βίος του Μωάμεθ

Κατά την αραβική παράδοση γεννήθηκε το έτος 570 μ.Χ.

Πατέρα δεν γνώρισε γιατί πέθανε πριν γεννηθεί. Στα έξι του χρόνια ορφάνεψε και από μητέρα.

Τον ανέλαβε ο παππούς του, ο οποίος τον υπεραγαπούσε και τον είχε συνεχώς κοντά του.

Όμως, μετά από δύο χρόνια πέθανε και ο παππούς του και ο οκτάχρονος ετέθη υπό την κηδεμονία του εμπόρου θείου του Αμπού Τάλιμπ.

Πέρασε την παιδική του ηλικία κοντά στους βεδουίνους ως βοσκός. Ο Μωάμεθ πίστευε στην ιερότητα της Μέκκας και θεωρούσε ότι οι θυσίες που γινόντουσαν εκεί ήταν ευάρεστες στον Θεό.

Από την ιστορική πλευρά, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς για τον βαθμό αυθεντικότητας των ισλαμικών αφηγήσεων σχετικά με την παιδική του ηλικία και τα ταξίδια σε γειτονικές χώρες.

Γεγονός είναι ότι αναφέρονται από πολύ νωρίς, με διάφορες παραλλαγές, τόσο από τους μουσουλμάνους βιογράφους του Προφήτη, όσο και από τους βυζαντινούς συγγραφείς.

Νεότεροι εντούτοις ερευνητές τις θεωρούν θρύλους που ανταποκρίνονταν σε διάφορους σκοπούς.

Αναμφισβήτητο πάντως παραμένει ότι και οι δύο πλευρές δέχονται την επικοινωνία του Μωάμεθ με χριστιανούς μοναχούς.

Αποφασιστική σημασία για τη ζωή του Μωάμεθ είχε η γνωριμία του με την, κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή του, πλουσιότατη χήρα Χαντίτζα. Ο Μωάμεθ ξεκίνησε ως οικονόμος της, εξελίχθηκε σε διεκπεραιωτή των επιχειρήσεών της και τελικά σε σύζυγό της. Την παντρεύτηκε σε ηλικία 25 ετών (το 595), ενώ εκείνη ήταν σαράντα και είχε παιδιά από δύο προηγούμενους γάμους της.

Έζησαν μαζί αρμονικά επί μια εικοσαετία αποκτώντας τέσσερις θυγατέρες και μερικούς γιους, οι οποίοι όμως πέθαναν σε νηπιακή ηλικία.

Ο πλούτος, η επιρροή και η βοήθεια της, που διακρινόταν για τον ισχυρό χαρακτήρα, τη φιλολογική καλλιέργεια και τη θρησκευτική της ευαισθησία, υπήρξαν αποφασιστικά για την εξέλιξή του. Ο γάμος του τον έφερε σε επαφή με τους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους της Μέκκας.

Ο Μωάμεθ έτρεφε βαθύ σεβασμό για τη βίβλο, δεν ήταν όμως σε θέση να διαβάσει το πρωτότυπο και δεν υπήρχαν στην εποχή του μεταφράσεις της Αγίας Γραφής στα αραβικά.

Κατά την επίσημη ορθόδοξη μουσουλμανική άποψη, ο Προφήτης δεν γνώριζε γραφή και ανάγνωση. Κατά την άποψη άλλων υπάρχουν ενδείξεις ότι γνώριζε, αλλά αναμφιβόλως δεν κατέγραψε αυτός προσωπικά κορανικές προφητείες.

Αργότερα οι εχθροί του, αντιδρώντας στο κήρυγμά του, τον κατηγορούσαν ότι είχε ξένους διδασκάλους, πράγμα το οποίο δεν απέρριπτε εντελώς.

Όσοι τον γνώριζαν εκτιμούσαν την τιμιότητά του και πολλοί τον ονόμαζαν al-Amin, δηλαδή ο αξιόπιστος.

Ο Μωάμεθ αποσυρόταν συχνά στην έρημο και βυθιζόταν σε στοχασμούς πάνω στα προβλήματα της ζωής, του Θεού, της τελικής παγκόσμιας κρίσεως. Συνήθης τόπος της περισυλλογής του ήταν ένα σπήλαιο στο όρος Hira, κοντά στη Μέκκα.

Για τρία χρόνια ο Μωάμεθ περιορίστηκε να μιλάει για το προφητικό μήνυμά του μόνο σε λίγους φίλους. Η επίσημη έναρξη της δράσεώς του έγινε το 613 στον λόφο Safa, στο κέντρο της Μέκκας. Το κήρυγμά του, με το οποίο καλούσε τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν στον δρόμο του Ισλάμ, της υποταγής δηλαδή του Αλλάχ, προκάλεσε τα ειρωνικά σχόλια της ανώτερης τάξεως της Μέκκας.

Η επιμονή του στην ιδέα της μεταθανάτιας ζωής και κρίσεως τάραζε επικίνδυνα τα λιμνάζουσα θρησκευτικά ύδατα του κατεστημένου, ενώ το κήρυγμα περί ενός Θεού υπονόμευε τα εμπορικά συμφέροντα πολλών ατόμων. Γενικά οι κάτοικοι της Μέκκας αποκόμιζαν μεγάλα κέρδη από τους πολλούς προσκυνητές, που επισκέπτονταν την περιοχή της για να τιμήσουν θεούς και θεές.

shia-vs-sunni
shia vs sunni

Η στάση των δυσαρεστημένων απέναντι στον Προφήτη και τους φίλους του άρχισε να γίνεται απειλητική. Κατά το 615 μερικοί από τους οπαδούς του αναζήτησαν καταφύγιο στην έναντι της Αραβίας περιοχή της χριστιανικής Αιθιοπίας. Ο Μωάμεθ και οι στενοί του σύντροφοί του παρέμειναν στη Μέκκα, αλλά τον επόμενο χρόνο (616) άρχισε εντονότερη η εναντίον του πολεμική από την ίδια του την πατριά.

Η θέση του κατέστη δυσχερέστατη, ιδίως όταν το έτος 619 ο θάνατος έπληξε τα δύο βασικά του στηρίγματα, τη γυναίκα του και τον θείο του, κάτι που συγκλόνισε τον Προφήτη, δίχως όμως να τον κάμψει.

Το πεδίο δράσεως του Μωάμεθ στη Μέκκα φαινόταν πλέον κλειστό. Τα κηρύγματά του όμως, είχαν ήδη επηρεάσει ορισμένους προσκυνητές από την πόλη Γιαθρίμπ -η οποία έγινε αργότερα γνωστή σε όλο το κόσμο ως Μεδίνα και βρίσκεται σε απόσταση 320 χιλιόμετρα βόρεια της Μέκκα.

Οριστική διαμόρφωση του Ισλαμισμού (622-632)

Με την άφιξή του ο Μωάμεθ στη Μεδίνα άλλαξε συμπεριφορά. Ο πύρινος Προφήτης, αυτός που αδιάκοπα κήρυττε την επικείμενη τελική κρίση, αυτός που υπέμενε με θρησκευτική εγκαρτέρηση τις επιθέσεις των αντιπάλων του και ανέθετε στον Θεό την υπεράσπισή του, εγκαινιάζει στη Μεδίνα ρεαλιστική τακτική, αναπτύσσοντας εκπληκτική πολιτική και στρατιωτική ευστροφία.

Πολύ σύντομα πέτυχε να συνενώσει τόσο τις διάφορες αραβικές φυλές και φατρίες, όσο και τους Εβραίους αποίκους σε μια ομοσπονδία, σε μια κοινότητα.

Για να προσεταιρισθεί το δυναμικό εβραϊκό πληθυσμό της πόλεως, υιοθέτησε αρχικώς στοιχεία της λατρείας του: θέσπισε ως ημέρα νηστείας τη 10η του μηνός Muharram, κατά μίμηση της εβραϊκής νηστείας της “Ημέρας του Εξιλασμού”, εισήγαγε τις προ της προσευχής νίψεις και τη μεσημβρινή τελετουργική προσευχή.

Επίσης, ο προσανατολισμός κατά την ώρα της προσευχής προς την κατεύθυνση της Ιερουσαλήμ, η καθιέρωση της μεσημβρίας της Παρασκευής ως χρόνου κοινής λατρείας, καθώς και η ανέγερση ευκτήριου οίκου, κατά μίμηση της συναγωγής, σχετίζονται μάλλον με διάθεση προσεγγίσεως των Ιουδαίων.

Σύντομα όμως ο Μωάμεθ κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να υπολογίζει στη φιλία των Ιουδαίων. Οι εκ μέρους του παρανοήσεις διαφόρων ιστοριών της Παλαιάς Διαθήκης προκαλούσαν τα ειρωνικά σχόλια τους, γεγονός που πλήγωνε ιδιαιτέρως τον Άραβα Προφήτη.

Στο παρελθόν είχε επανειλημμένα επικαλεσθεί το επιχείρημα ότι η διδασκαλία του βρισκόταν σε συμφωνία με τις θρησκείες που είχαν γραπτή αποκάλυψη. Η αμφισβήτηση, λοιπόν, των προφητειών του από τους Ιουδαίους ήταν σοβαρό πρόσκομμα.

Το σκέπασε όμως με τέχνη, με το να διακηρύξει: Πρώτον, ότι οι Εβραίοι ένα μέρος μόνο της αποκαλύψεως είχαν λάβει, δεύτερον, ότι απέκρυπταν πολλά από όσα τους είχαν αποκαλυφθεί, τρίτον, ότι είχαν αλλοιώσει το περιεχόμενο της Γραφής, με αποτέλεσμα να ωφελούνται από τα ιερά τους κείμενα.

Ανάλογη κριτική -αν και ηπιότερη σε ύφος- εξαπέλυσε αργότερα εναντίον των χριστιανών, ισχυριζόμενος ότι παρανόησαν και παραποίησαν τη διδασκαλία του Ιησού. Το γεγονός ότι οι οπαδοί του δεν ήταν σε θέση να διαβάσουν το πρωτότυπο ή μεταφράσεις της Αγίας Γραφής για να κρίνουν, εξασφάλιζε τη θέση του.

Μετά τη διακήρυξη για τον εκφυλισμό των θρησκειών και τη δημόσια καταγγελία των φορέων τους, ο Μωάμεθ έθεσε ως έργο της ζωής του την κάθαρση και αποκατάσταση της θρησκείας, την οποία από την αρχή ο Θεός είχε δώσει στην ανθρωπότητα δια των προφητών του.

Παρακάμπτοντας αφενός τον Μωυσή και τον Ιησού, αναζητώντας αφετέρου σημείο κοινής αποδοχής και αναμφισβήτητου κύρους, πρόβαλε ως τύπο της ανακαινιστικής -όπως πρέσβευε- προσπάθειάς του τη θρησκεία του Αβραάμ. Αυτόν ύψωσε ως το κατεξοχήν πρότυπο, διότι δεν ήταν ούτε χριστιανός, ούτε Εβραίος, αλλά ήταν μουσουλμάνος και όχι πολυθεϊστής.

10487297_1108713339142349_1860609136544404680_n

Με αυτόν συνδέθηκε τώρα η Μέκκα και τα ισχύοντα σε αυτήν τελετουργικά έθιμα. Δεν είναι από ιστορικής πλευράς βέβαιο εάν η θεωρία περί Αβραάμ ήταν έμπνευση του Μωάμεθ ή προ υπήρχε ήδη μεταξύ των Αράβων. Είναι πάντως αναμφισβήτητο ότι με τη θεολογική αυτή τοποθέτηση ο Μωάμεθ κατόρθωσε να γεμίσει το κενό που είχε δημιουργήσει η σύγκρουσή του με τους οπαδούς των θρησκειών της Βίβλου και συγχρόνως να γεφυρώσει τις παλαιές αντιθέσεις του με τους πιστούς στο πατροπαράδοτο αραβικό ιερό της Μέκκας.

Ολοκλήρωσε τον καθορισμό των αρχών της μουσουλμανικής κοινότητας, στρεφόμενος περισσότερο προς τα πατροπαράδοτα αραβικά πρότυπα, δίνοντας σε αυτά νέα θεολογική ερμηνεία:

1) Οι προσευχόμενοι στρέφονταν τώρα προς τη Μέκκα και όχι προς την Ιερουσαλήμ.

Ο προσανατολισμός προς τη Μέκκα την ώρα της προσευχής έστρεφε με μεγαλύτερη ένταση τη σκέψη και τον πόθο προς τη γενέτειρα, η οποία, ενώ είχε δεχθεί τις πρώτες αποκαλύψεις, είχα απορρίψει το κήρυγμα του Μωάμεθ.

2) Θέσπισε το προσκύνημα ως υποχρέωση του μουσουλμάνου. Αντί της νηστείας που είχε ορισθεί παλαιότερα, επέβαλε τη νηστεία του μηνός Ramadan (Ραμαζάνι), εποχή κατά την οποία, όπως έλεγε, δέχθηκε τη βασική αποκάλυψη από τον Αλλάχ.

3) Στην Παρασκευή έδωσε την ανάπαυση, σε αντίθεση με το εβραϊκό Σάββατο. Στη φάση αυτή, με διάφορες προφητείες, καθορίσθηκε ένα είδος ειδικού “πρωτοκόλλου” σεβασμού προς τον Μωάμεθ.

4) Ο τονισμός της υπακοής στον Αλλάχ, ως πρωταρχικού χρέους των μουσουλμάνων, ήταν αναπόφευκτο να συνδεθεί πρακτικά στην καθημερινή ζωή της Μεδίνας με την απόλυτη υπακοή στον εκφραστή των βουλών του, τον Προφήτη. Έτσι, μαζί με την πίστη στον Αλλάχ συμβάδισε και η πίστη στον Μωάμεθ.

Ο Μωάμεθ, καθορίζοντας με αποφασιστικότητα και ρεαλισμό όχι μόνο τους στόχους του, αλλά και τους τρόπους πραγματοποιήσεώς τους, καθιέρωσε τη δυναμική στρατιωτική τακτική.

Η πρώτη ουσιαστική επιδρομή των μουσουλμάνων πραγματοποιήθηκε τον ιερό μήνα Rejab, κατά τον οποίο απαγορεύονται οι εχθροπραξίες. Ο Μωάμεθ απέστειλε ομάδα κρούσεως στη Nakhlah, από όπου επρόκειτο να περάσει εμπορικό καραβάνι της Μέκκας. Επιτέθηκε και συγκέντρωσε πλούσια λάφυρα.

Η προκλητική αυτή καταπάτηση της ιερότητας του μηνός Rejab, και γενικότερα των αραβικών εθίμων, προκάλεσε αρχικά την κατακραυγή και των κατοίκων της Μεδίνας.

Τελικά όμως τα πνεύματα ηρέμησαν, δίνοντας ο Μωάμεθ μια καινούργια προφητεία:“ο πόλεμος είναι το μέγιστο κακό κατά το μήνα Rejab, αλλά το να εγκαταλείπετε η οδός του Θεού είναι βαρύτερη αμαρτία. Οι άπιστοι δεν θα πάψουν να πολεμούν, μέχρι να μας αναγκάσουν να αρνηθούμε τη θρησκεία μας”.

Ο Μωάμεθ δεν έλαβε προσωπικά μέρος στη σύγκρουση, αλλά ενίσχυε τους πολεμιστές του βεβαιώνοντας τους για τη συνδρομή στη μάχη χιλίων αγγέλων, απειλώντας τους δειλούς με τις φλόγες του Άδη και υποσχόμενος στους ανδρείους τις απολαύσεις του Παραδείσου.

Αναπτύσσεται πλέον σταθερά η ιδέα ότι, όταν το κήρυγμα δεν αποδειχθεί αποτελεσματικό, οι αντίπαλοι πρέπει να εξαναγκάζονται δια του πολέμου να υποταχθούν στο λόγο του Αλλάχ.

“Πολεμάτε αυτούς μέχρι που δεν θα υπάρχει πλέον πειρασμός, μέχρι που δεν θα υπάρχει άλλη θρησκεία, με τον Αλλάχ το μόνο θεό”.

Το ήθος του “ιερού πολέμου” λαμβάνει πλέον θεολογική κατοχύρωση.

Οι συγκρούσεις με τον στρατό της Μέκκας συνεχίστηκαν και το γόητρο της Μεδίνας ανυψώθηκε. Ο Μωάμεθ πέτυχε να συγκεντρώσει νέες δυνάμεις δημιουργώντας φιλικές σχέσεις με φυλές που ζούσαν γύρω από την πόλη. Τις σχέσεις αυτές τις έκανε στενότερες λαμβάνοντας ως συζύγους γυναίκες από διάφορες φυλές. Επιπλέον νυμφευόταν χήρες γενναίων πολεμιστών που φονεύθηκαν στους αγώνες υπέρ του Ισλάμ. Κατά την τελευταία περίοδο είχε, εκτός από τις δούλες, εννέα νόμιμες συζύγους. Για τη συντήρησή τους έπαιρνε ειδικό επίδομα.

Για την αντιμετώπιση επικίνδυνων ψιθύρων ο Προφήτης φρόντιζε να επικαλείται θείες αποκαλύψεις.

Όπως είδαμε, στην πρώτη μουσουλμανική κοινότητα της Μεδίνας μετείχαν και Εβραίοι, οι οποίοι όμως δεν άργησαν να δημιουργήσουν στον Μωάμεθ σοβαρά προβλήματα. Για αυτό οι Άραβες μουσουλμάνοι επιτέθηκαν εναντίον τους με σφοδρότητα και κατεδίωξαν από την περιοχή τους πολλές εβραϊκές οικογένειες. Με αυτό το γεγονός παύει οριστικά πλέον η αμφιταλάντευση του Μωάμεθ ως προς τις σχέσεις του με τον Ιουδαϊσμό, στον οποίο αρχικά είχε προβλέψει ως σύμμαχο.

Μετά την επιτυχία του να επιβληθεί ως αρχηγός θεοκρατικού κράτους και τη συντριβή των αντιπάλων του στη Μεδίνα, ο Μωάμεθ άρχισε να βλέπει σε ευρύτερους ορίζοντες.

Έχοντας πετύχει απόλυτη κυριαρχία στη Μεδίνα, ο Μωάμεθ επιζήτησε να θέσει το συντομότερο υπό την εξουσία του και τη Μέκκα, προς την οποία δεν έπαψε να έχει στραμμένη την προσοχή του. Το σχέδιο αυτό το πραγματοποίησε αναίμακτα με εξαιρετική διπλωματική ευστροφία.

Το έτος 628 συνήψε μια συνθήκη (Hudaibiyah), σύμφωνα με την οποία τον επόμενο χρόνο μετέβη στη Μέκκα μαζί με τους οπαδούς του ως προσκυνητής.

Τελικά στις 11 Ιανουαρίου του 630 ο Προφήτης ακολουθούμενος από 10.000 άνδρες μπήκε αμαχητί στην “αγία” πόλη. Μια από τις πρώτες του ενέργειες του υπήρξε η καταστροφή των ειδώλων που βρίσκονταν γύρω από την Κάαμπα.

Το Κοράνιο για αυτό το γεγονός αναφέρει: “Η αλήθεια ήρθε στην επιφάνεια και το ψεύδος εξαφανίστηκε. Το ψεύδος ορίστηκε υπό εξαφάνιση”.

Ορισμένες φυλές που ζούσαν σε γύρω περιοχές, νόμιζαν ότι η αναίμακτη κατάληψη της Μέκκας οφειλόταν σε αδυναμία αντιστάσεως και άρχισαν να περιπολούν στα περίχωρα.

Ο ετοιμοπόλεμος Μωάμεθ στράφηκε με ταχύτητα εναντίον τους και στη μάχη του Humain (630) τους κατατρόπωσε. Η νέα επιτυχία και η γενναιοδωρία που επέδειξε προς τους ηττημένους, σταθεροποίησαν το γόητρο του Προφήτη στις άλλες αραβικές φυλές και προσέλκυσε νέες αραβικές ομάδες στον “οίκο της πίστεως”. Η πολιτική, στρατιωτική και πολεμική δύναμη του Μωάμεθ βρισκόταν τώρα σε ανιούσα γραμμή.

Το 630 μ.Χ., έφθασαν στη Μέκκα αντιπροσωπείες διαφόρων αραβικών φυλών για να εκφράσουν τον σεβασμό τους στον Προφήτη και να δηλώσουν ότι δέχονται το Ισλάμ.

Στο τέλος του θέρους του 630 μ.Χ., ο Μωάμεθ που δεν είχε λησμονήσει την ήττα των στρατευμάτων του από τους Βυζαντινούς και τους συμμάχους του χριστιανούς Άραβες, οργάνωσε εκστρατεία εναντίον τους. Στο κάλεσμα του Προφήτη ανταποκρίθηκαν 30.000 εθελοντές και συγκεντρώθηκαν 10.000 ίπποι. Πολλοί, επίσης, πρόσφεραν με γενναιοδωρία υλικά αγαθά.

Συγχρόνως παρουσιάστηκε και σημαντική απροθυμία. Ο Μωάμεθ -κατά εντολή του Θεού πάντα- τους κατατρόπωσε και τους κατακεραύνωσε με λόγους αυστηρούς.

Παρόλα αυτά η εκστρατεία τελικά δεν έγινε, υπήρξε η διακοπή της. Για τα αίτια της αιφνίδιας αυτής διακοπής δεν υπάρχουν νύξεις στο Κοράνιο. Το πιθανότερο είναι ότι οι πληροφορίες που πήραν τους έπεισαν ότι μια σύγκρουση με τους Βυζαντινούς την εποχή εκείνη θα ήταν ατελέσφορη.

Το ξεκίνημα και μόνο της εκστρατείας είχε και κάποια συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι κάτοικοι των χριστιανικών πόλεων της περιοχής, για να αποφύγουν τις περιπέτειες της συγκρούσεως με τον μουσουλμανικό στρατό, έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή και εξασφάλισαν τη θρησκευτική τους ελευθερία, έναντι ετήσιου κεφαλικού φόρου, ενώ οι Ιουδαίοι κάτοικοι υποτάχθηκαν σε σκληρότερους όρους -καταβολή φόρων σε είδος, παράδοση όπλων, ίππων και δούλων.

Ο κυρίαρχος πλέον των δυο μεγάλων αραβικών κέντρων, έδωσε εντολή στο εξής να απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος μη μουσουλμάνων, καθώς και οι ειδωλολατρικές τελετουργίες στο ιερό της Κάαμπα. Στους Άραβες ειδωλολάτρες δόθηκε προθεσμία τεσσάρων μηνών για να διαλέξουν μεταξύ αποδοχής του Ισλάμ ή πολέμου.

Μετά την πάροδο λίγων μηνών, ενώ σχεδίαζε μια εκστρατεία στην Ιορδανία, ο Μωάμεθ αρρώστησε αιφνιδίως σοβαρά. Παρά την πρόσκαιρη βελτίωσή της υγείας του, η κατάστασή του επιδεινώθηκε και στις 8 Ιουλίου 632 εξέπνευσε σε ηλικία 62 ετών.

Πηγή: Ισλάμ-Θρησκειολογική επισκόπηση (Αναστάσιος Γιαννουλάτος, Αρχιεπίσκοπος)

[Total: 3    Average: 5/5]