Βανέσσα Λαμπροπούλου: “Oι ιστορίες, έχουν ένα κρυφό ραντεβού με το συγγραφέα τους”

συνέντευξη στη Μαρία Καλαφάτη

Ομολογώ ότι το πρόσφατο βιβλίο της συγγραφέως Βανέσσας Λαμπροπούλου “Το Μεγάλο Παιχνίδι” με έχει συνεπάρει, αλλά και επηρεάσει. Καθώς προχωρούσα βιαστικά στην Πανεπιστημίου, προς το ραντεβού της συνέντευξης, κοίταξα το κινητό μου. Φευγαλέα ένιωσα ότι πιθανότατα να βιώνω μια ζωή – matrix. Όπως και στο βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πηγή, τίποτα δεν είναι κρυφό, όλα μπορούν να συμβούν γιατί έχω συναινέσει χωρίς να το ξέρω. Έσπρωξα την πόρτα του καφέ, όπου η κ. Λαμπροπούλου με περίμενε χαμογελαστή, έτοιμη να μας μιλήσει για το φουτουριστικό μυθιστόρημά της, αλλά και τον εαυτό της.

Τι είναι συγγραφή για εσάς;
Ο σκαμμένος διάδρομος απογείωσης προς τον άχρονο χρόνο. O καθημερινός τρόπος που ο συγγραφέας βλέπει τη ζωή, επισημαίνει τις αποχρώσεις της πραγματικότητας, τις σκιές, τα ανάγλυφα και τα εξερευνά σε βάθος.

Πως προέκυψε το «Μεγάλο Παιχνίδι»;
Πιστεύω πως οι ιστορίες, έχουν ένα κρυφό ραντεβού με το συγγραφέα τους και αν είσαι εκεί που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει, αναλαμβάνεις και την ευθύνη να τις αφηγηθείς. Δεν είναι τυχαίο αυτό το ραντεβού. Έρχεται μια στιγμή, όπου όλα όσα έχεις ζήσει, συζητήσει, ακούσει, διαβάσει, σκεφτεί, δένουν υπόγεια και μπαίνουν στη θέση τους σαν κομματάκια ενός πάζλ, αποκαλύπτοντας στο τέλος μια εικόνα.
Όταν αυτή η στιγμή ήρθε, ήμουν εκεί. Οπότε, το “παιχνίδι” ξεκίνησε…

Πείτε μας λίγα λόγια για το περιεχόμενο του βιβλίου σας. Τι πραγματεύεται;
Είναι η παράξενη ιστορία ενός απολυμένου διευθυντικού στελέχους μιας επιχείρησης μέσα στη διάρκεια της κρίσης. Περιγράφει, το πως άλλαξαν όλα στη ζωή του, όταν ανακάλυψε πως ήταν Παίκτης σ’ ένα παγκόσμιο παιχνίδι. Είχε δηλώσει συμμετοχή χωρίς να το γνωρίζει μέσω μιας εφαρμογής στο διαδίκτυο, πατώντας αλόγιστα αποδοχή προσωπικών δεδομένων. Είναι ένα φουτουριστικό σενάριο για την κατάργηση της ιδιωτικότητας που έχει επιφέρει η ανάπτυξη της τεχνολογίας με την εξέλιξη εφαρμογών διαδικτύου και κινητών, για σκοπούς που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε. Είναι μια μυθοπλασία με ρεαλιστικό βλέμμα, καθώς “τρέχει” πάνω στις ράγες μιας πραγματικότητας που τη ζούμε, χωρίς ίσως να τη συνειδητοποιούμε. Σήμερα για παράδειγμα, είναι αφελές να πιστεύουμε πως έχουμε ιδιωτική ζωή ή προσωπικά δεδομένα, όταν έχουμε στα χέρια μας όλη μέρα ένα smartphone.
Η πραγματική ζωή, μοιάζει όλο και περισσότερο με τηλεοπτικό reality…

Θα χαρακτηρίζατε δυστοπικό το μυθιστόρημά σας;
Έχοντας ως πρώτη ύλη αυτή την ιδέα από το μέλλον, ξεκίνησα, θέλοντας αρχικά να αναδείξω τη δυστοπική εποχή που διανύουμε. Αναπτύσσοντας, όμως, την ιδέα του παιχνιδιού, αυθόρμητα στην πορεία, μου προέκυψε η ανάγκη να αντιστρέψω τη δυστοπική πορεία της τεχνολογίας και κοινωνίας μας, σε μια ευτοπία, σε έναν καλύτερο κόσμο, σε μια καλύτερη εποχή. Η τεχνολογία, δεν είναι καθαυτή, το θέμα. Είναι το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην υψηλή τεχνολογία και τη χαμηλή ηθική συνείδηση. Αν καταφέρναμε να φέρουμε στο ίδιο ύψος τις τεχνολογικές, με τις πνευματικές μας κατακτήσεις, τότε πραγματικά θα κάναμε ένα μεγάλο εξελικτικό άλμα ως ανθρωπότητα. Αυτή η δυνατότητα υπάρχει. Και στην πραγματικότητα είναι η μόνη δυνατότητα και μας τη δίνει το “Μεγάλο Παιχνίδι”. Είναι ένα παιχνίδι με συμβολισμούς και μαθήματα. Δεν είναι packman… μας δείχνει αλληγορικά, πως μπορούμε να παίζουμε στο παιχνίδι της ζωής, χωρίς να χρειάζεται να “τρώει” κανείς, κανέναν.
Ο πλανήτης μας είναι βαριά άρρωστος, το ίδιο κι εμείς. Για να θεραπευτούμε πρέπει να ξανασκεφτούμε τους εαυτούς μας, τις προτεραιότητές μας, να διορθώσουμε τα λάθη μας και, πάνω απ’ όλα, να δώσουμε στις επόμενες γενιές, στα παιδιά μας, τη δυνατότητα να κυνηγήσουν την ευτυχία και τα όνειρά τους μέσα σε ασφαλείς και βιώσιμες κοινωνίες.

Πλέον των όσων ήδη αναφέρατε, θίγετε και ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που κυμαίνεται από την υπαρξιακή κρίση που ταλανίζει τον ήρωα και την απόδρασή του, μέχρι παγκόσμια ζητήματα.Είναι ένα οικουμενικό μυθιστόρημα, σωστά;
Ναι σίγουρα. Ο Ιωάννης, ο κεντρικός ήρωας, με αφορμή “Το Μεγάλο Παιχνίδι”, διανύει ένα προσωπικό ταξίδι αναζήτησης και ανακάλυψης εαυτού, κατακτά την αλήθεια του και την αυτογνωσία του. Περαιτέρω, θίγονται και άλλα παγκόσμια ζητήματα, όπως ενδεικτικά η σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιών που προσλαμβάνει τραγικά μεγάλες διαστάσεις στον κόσμο και η διαφορά που μπορεί να κάνει ο Ένας. Μπορεί να διαβαστεί λοιπόν, από κάθε άνθρωπο, όπου γης. Έχει όμως και μια έντονη ελληνική σφραγίδα, δεν θα γινόταν αλλιώς.

Θέλετε να μας πείτε περισσότερα για το ελληνικό στοιχείο στο βιβλίο σας;
Μέσα από την πλοκή του παιχνιδιού, χρωματίζεται η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, ο απόδημος ελληνισμός, το όραμα για μια άλλη Ελλάδα, ακόμη και το ποιος θα μπορούσε να είναι, ένας ικανός ηγέτης για τη χώρα μας. Είναι ένα θέμα ανοιχτό στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων αυτή την ώρα. Κι αυτό ας πούμε που θέλω να εισφέρω σε αυτή τη συζήτηση, είναι πως ψάχνουμε σε λάθος κατεύθυνση. Ο ηγέτης που ψάχνουμε, είμαστε εμείς οι ίδιοι στις καθημερινές μας επιλογές και στις αποφάσεις μας. Δεν μπορεί μια κοινωνία να βουλιάζει στον κυνισμό και στην κακοήθεια και να πιστεύει ταυτόχρονα πως της αξίζει ένας ηγέτης με κοινωνική ευαισθησία και καλή πρόθεση. Το καλύτερο που ψάχνουμε, δεν θα το βρούμε αν εμείς δεν γίνουμε καλύτεροι.

Η ιστορία σας εκτυλίσσεται σε εμβληματικές πόλεις της Ευρώπης, Αμερικής, Ασίας. Έχετε ταξιδέψει σε όλες αυτές τις πόλεις;
Ναι, έχω ταξιδέψει. Ήθελα να έχω προσωπική αντίληψη των τόπων που αναφέρω στο μυθιστόρημά μου.

Από τι εμπνέεστε;
Από το ερέθισμα που δίνουν καταστάσεις και γεγονότα και τις εσωτερικές δονήσεις που αυτά προκαλούν.

Ποιους συγγραφείς αγαπάτε ιδιαίτερα;
Πάρα πολλούς, είναι αδύνατον να τους απαριθμήσω, ενδεικτικά αναφέρω τους Κάφκα, Καμύ,Τόμας Πίντσον, Κλαρίσε Λισπέκτορ, Κορτάσαρ, Κέρουακ, Μπαλζάκ, Ροίδη, Τσίρκα.

Τι στοιχεία πιστεύετε ότι πρέπει να έχει ένα βιβλίο για να θεωρηθεί καλό;
Ένα βιβλίο είναι καλό, όταν σέβεται το χρόνο και το χρήμα του αναγνώστη και όταν διαχωρίζει το περιττό από το απαραίτητο.

Αυτή την περίοδο ασχολείστε με τη συγγραφή κάποιου έργου;
Ναι, ήδη γράφω το επόμενο μυθιστόρημα και πιστεύω πως η θεματολογία του θα συζητηθεί ιδιαίτερα.

Βανέσσα Λαμπροπούλου:
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Καλλιτεχνική φύση, με κλίση στη ζωγραφική και αγάπη για το διάβασμα. Λάτρης της ομορφιάς, σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις, επίμονη αναζητήτρια εαυτού, αλήθειας και εμπειριών, πάντα ταξιδεύτρια και ποτέ ταξιδιώτισσα. Απολαμβάνει τις πεζοπορίες στη φύση, τις πάσης φύσεως εξερευνήσεις, το αγωνιστικό μπριτζ, το σκάκι και το πινγκ πονγκ -όταν δεν χάνει. Απεχθάνεται το “βόλεμα”, τη φτηνή αισθητική στις σκέψεις και συναισθήματα, την αγένεια και την κατάχρηση εξουσίας. Την συνθλίβουν τα δάκρυα και η αδυναμία της ορφάνιας, οι άστεγοι, η δίψα των φτωχών ανθρώπων για δικαιοσύνη, ο θρίαμβος της βίας και εκμετάλλευσης, το σιωπηλό κλάμα της μοναξιάς. Το βιβλίο αυτό, είναι το πρώτο της συγγραφκό έργο.

[Total: 7    Average: 4.7/5]